Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Σκέψεις για τη "Φωτογραφία"




 Αναλογίες
Μια λέξη είναι η φωτογραφία που αποδίδεται ως ορισμός και ως είδος σε χιλιάδες- χιλιάδων φωτογραφίες.
Φυσικά και δεν είναι μετρήσιμες οι φωτογραφίες, είναι μυριάδες, και αυξάνουν.
Ακόμα κι αν προσμετρήσουμε μόνο τις αριστουργηματικές φωτογραφίες, και πάλι οι χίλιες είναι ελάχιστες.
Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε πως μια λέξη = χίλιες φωτογραφίες; Κατά το: μια φωτογραφία = χίλιες λέξεις;
Κάποια στιγμή, προσπάθησα να συγκεντρώσω αντιπροσωπευτικές ψηφιακές φωτογραφίες ανεξαρτήτως ποιότητας και αισθητικής, έτσι ώστε να δείξω σε μερικούς μαθητές μου, φίλους και γνωστούς τι είναι φωτογραφία. Ε, λοιπόν δίχως να το καταλάβω ξεπέρασα τις 1000!
Από όσα ξέρω, καμιά φωτογραφία δεν μιλάει, δεν έχει στόμα, δεν εκφράζει , αλλά δείχνει.
Αν κρίνουμε μια έγχρωμη φωτογραφία, και ακριβώς την ίδια σε ασπρόμαυρη έκδοση, σίγουρα θα έχουμε να πούμε πολλά περισσότερα ως μετάδοση πληροφορίας «διαβάζοντας» τη χρωματιστή. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέποντας μια φωτογραφία πραγματικά μπορούν να γράψουν , ή να πουν χίλιες λέξεις κάνοντας αναλύσεις και βγάζοντας συμπεράσματα δικά τους. Σίγουρα με μια έγχρωμη στα χέρια, η διάλεξη θα είναι πολύ ποιο εύκολη.
Ωστόσο, η λέξη φωτογραφία, το είδος έστω μόνο του αντικείμενου κι όχι και της ασχολίας ή της τέχνης της, δεν καλύπτεται ούτε με χίλιες λέξεις.
Μετά από αυτή την εισαγωγή, να δω τώρα τι έχετε να πείτε όλοι εσείς που αναμασάτε και τσαμπουνάτε:
-«μια φωτογραφία = χίλιες λέξεις».

 Αριθμός, ή ποιότητα;
Ο αριθμός των φωτογραφιών που ταιριάζει γάντι στον ορισμό «φωτογραφία» είναι απλά ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ, και φυσικά αυξάνει καθημερινά.
Εγώ έχω δει αμέτρητες φωτογραφίες, (σημαντικές, ασήμαντες, ουδέτερες, αριστουργήματα), θυμάμαι μερικές χιλιάδες από αυτές. Έχω τραβήξει πάνω από 100.000 φωτογραφίες επειδή έτσι μου άρεσαν σε φιλμ (από 1967 μέχρι και το 2000). Και ψηφιακές φωτογραφίες έχω πάρα πολλές, ίσως και περισσότερες. Έχω γεμίσει 3 ΤΒ (από το 1998 και μετά), και συνεχίζω.
Αρκετές φωτογραφίες, αλλά δεν είναι ούτε οι μισές, έχουν τραβηχτεί για καθαρά επαγγελματικούς λόγους και τις έχω κρατήσει σε ξεχωριστά αρχεία.
Γιατί όμως γράφω σήμερα και πάλι για φωτογραφία;
Διαβάζω εδώ και χρόνια σκέψεις και φιλοσοφικά δοκίμια σχετικά με το τι είναι φωτογραφία. Πέρα από τη τεχνική ανάλυση της λέξης, υπάρχει τεράστιος προβληματισμός ακόμη, πράγμα που δείχνει πως η φωτογραφία ως ιδέα και τέχνη είναι ακόμη νέα, ζωντανή, και υπό διαμόρφωση. Σαν να μην έφτανε όμως όλο αυτό μπέρδεμα, ήρθε και ο όρος «imaging», που μεταφράζεται σε «εικόνα». Αν εντάξουμε τη φωτογραφία στην εικόνα, τότε δεν θα έχουμε ένα όρο για τη φωτογραφία ως αυτόνομη έννοια, ασχολία, τέχνη κλπ. Και δεν υπάρχει λόγος η εικόνα να είναι ανώτερη της φωτογραφίας, ή κατώτερη ίσως. Μιλάμε για διαφορετικά πράγματα και έτσι πρέπει να μείνει, νομίζω.
Διαβάζω επίσης απόψεις και σκέψεις για το ύφος, το στυλ, τη σύνθεση, το θέμα, το κάδρο, αν το ασπρόμαυρο ή το έγχρωμο είναι τέχνη, λιγότερο, ή περισσότερο ίσως.

Είναι τέχνη;
Το μέγα ερώτημα είναι αν η φωτογραφία ως ασχολία και αποτέλεσμα είναι τέχνη ανάλογης αξίας όπως είναι η ζωγραφική. Φωτογραφία και ζωγραφική έχουν κάποιες ομοιότητες ως προς το ότι υπάρχει κάποια εικόνα που ευρίσκεται μέσα σε ένα πλαίσιο. Ωστόσο, η μια εικόνα, η ζωγραφική, είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής διεργασίας και απόδοσης ενός ερεθίσματος δια των χειρών του ζωγράφου, του χρωστήρα και των χρωμάτων. Η άλλη εικόνα, η φωτογραφία, είναι αποτέλεσμα ενός μηχανικού κλικ, η φωτοχημικών μηχανικών διεργασιών. Δεν χρησιμοποιεί χρωστήρες και χρώματα ο φωτογράφος, ούτε χρειάζεται μεγάλη διάρκεια χρόνου για να ολοκλήρωση μια φωτογραφική εκτύπωση.
Επειδή δε οι ομοιότητες σταματάνε σε αυτά τα δυο, εικόνα και πλαίσιο, υπάρχει μεγάλη ανησυχία, πάρα πολλές αντιρρήσεις και αμφιβολίες για ποιο ακριβώς λόγο ή λόγους αναγνωρίζεται και με το νόμο ως «καλή» η τέχνη αυτή εφόσον επιτρέπει πολλές αναπαραγωγές, το λιγότερο.
Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλες σοβαρές αντιρρήσεις από κάποιους.
Παραμένει ο προβληματισμός αν η πιστή καταγραφή του χώρο-χρόνου της φωτογραφίας, αυτό δηλαδή που δείχνει ειδικά η έγχρωμη φωτογραφία, είναι τέχνη, και δεν είναι απλά, αντιγραφή. Ότι κι αν είναι πάντως, σίγουρα ζωγραφική δεν είναι η εκτυπωμένη με οποιοδήποτε τρόπο και τεχνική φωτογραφία. Ο ρεαλισμός στη ζωγραφική δεν έχει σχέση με τη φωτογραφία παρά μόνο ως προς το ότι δείχνει, η προσπαθεί να δείξει τη πραγματικότητα όπως είναι, δια μέσου του χρωστήρα κι όχι δια μέσου του φακού, του φιλμ ή του ψηφιακού αισθητήρα.
Γιατί αν δεν πείθει η φωτογραφία για αυτό που δείχνει, χάνει κάτι τις από τη δύναμή της. Αλλά κι αν απλά αντιγράφει το ορατό, πάλι χάνει δύναμη.
Σημαντικό επίσης πρόβλημα που έχει απασχολήσει και απασχολεί όσους ασχολούνται με τη φωτογραφία είναι, το γιατί φωτογραφίζουμε.
Νομίζω ο καθένας  φωτογραφίζει για δικούς του λόγους, αλλά κατά βάθος, κάτι πρέπει να υπάρχει κοινό και σημαντικό για όλους μας όσον αφορά τη διαδικασία και τη χρήση της μηχανής.
Ακόμη ένα τεράστιο - σημαντικό πρόβλημα που κρίνει την αξία ή απαξία της φωτογραφίας και του δημιουργού της, είναι το πότε και με τι μέσα τραβήχτηκε η φωτογραφία.
Ο χρόνος δηλαδή έκθεσης που απαιτήθηκε, το είδος του ευαίσθητου υλικού, η ταχύτητα -φωτεινότητα του φακού, το βάρος της μηχανής, οι φυσικές συνθήκες θέτουν περιορισμούς, κανόνες, και ειδικές τεχνικές που οδηγούν σε αισθητικές περιόδους αναγκαστικά. Μιλάμε για τη περίοδο του πικτοριαλισμού, της πραγματικής φωτογραφίας, του ντοκουμέντου, του ρεπορτάζ, της έγχρωμης, της ψηφιακής φωτογραφίας κλπ. Η θεματολογία της φωτογραφίας έχει υπαγορευτεί από όλες αυτές τις διαθέσιμες τεχνικές.
Ακόμη ένα σοβαρό θέμα που προκαλεί συζητήσεις είναι η δυνατότητα παραγωγής ανατύπων χαμηλού σχετικά κόστους, μια δυνατότητα που δεν θέτει όρια δια της φωτογραφικής μεθόδου.
Η δυνατότητα αναπαραγωγής ζωγραφικών χαρακτικών ανατύπων, προσφέρει ορισμένο και περιορισμένο αριθμό πιστών αντιγράφων και επομένως έχει ελάχιστη σχέση με αυτή της φωτογραφίας που είναι εντελώς μηχανική και εξαρτάται από το φως, ή το ηλεκτρικό ρεύμα (ψηφιακή φωτογραφία).
Δίχως λοιπόν καμιά δεύτερη σκέψη πλέον, εγώ θα πάω και με το νόμο και θα δεχτώ τη φωτογραφία ως τέχνη και μάλιστα ξεχωριστή, αυτόνομη, προσιτή και συναρπαστική. Και δεν περίμενα το νόμο να μου το πει αυτό. Έχω κατασταλάξει εδώ και πολλά χρόνια.

Χωρίς τη φωτογραφία δεν ξέρω τι θα ήμουν.
Εγώ, ξεκίνησα σαν αυτοδίδακτος φωτογράφος το 1967.
Δεν είχα δάσκαλο-δάσκαλους, πρότυπα, ασκήσεις, δεν απόκτησα μεταπτυχιακό. Ένα βιβλίο βρήκα στη γλώσσα μας και ήταν του Ανδρέα Χανά. Το δάνεισα το βιβλίο, και πάει, χάθηκε. Και επειδή έχω μνήμη ελέφαντα θυμάμαι σε ποιον το δάνεισα, όπως θυμάμαι και την ευκολία με την οποία μου είπε πως το χάρισε σε κάποιον!
Με τα λίγα χρήματα που έπαιρνα όταν απολύθηκα το 1974, κατάφερα σιγά-σιγά να πάρω κάποια μηχανήματα, μια Minolta ρεφλέξ των 35 χιλιοστών από δεύτερο χέρι, μια φτηνή εκτυπωτική (Πολωνέζα). Τα φωτιστικά τα έφτιαξα μόνος μου, βρήκα 2 φακούς για τη φωτογραφική, κατάφερα να στήσω ένα βασικό σκοτεινό θάλαμο.
Η φωτογραφία των μεγάλων και σημαντικών κινηματογραφιστών της νιότης μου ήταν που μου έδωσε ένα κίνητρο να φωτογραφίσω, να δω σχήματα, φως, σκιές, συνθέσεις, αναλογίες. Το μόνο που με απωθούσε (ένοιωθα πραγματική αποστροφή στην ιδέα) ήταν η αντιγραφή. Βασικά όταν άρχιζα να αναζητώ φωτογραφίες μέσα από το σκόπευτρο, πάντα άδειαζα το μυαλό μου από ότι φωτογραφίες είχα δει άλλων φωτογράφων.
Όμως κατάλαβα πως πάντα υπάρχει στο υποσυνείδητο μια βάση δεδομένων από φωτογραφίες που μπορεί να μην θέλω να αντιγράψω (και πως θα ήταν δυνατό), αλλά που οδηγούν το ένστικτο και το αισθητικό κριτήριο για να πάρω μια καινούρια φωτογραφία, ή να αδιαφορήσω και να πάω ποιο κάτω.
Εδώ πρέπει να πω ότι από όλα τα μαθήματα αγάπησα την ιστορία, τη φυσική και τη γεωμετρία. Σε αυτά ήμουν και πάρα πολύ καλός.
Η γεωμετρία, έχει επηρεάσει άμεσα τη σχέση μου με τη φωτογραφική αισθητική.
Η ιστορία με έχει κάνει να θυμάμαι τους μεγάλους φωτογράφους.
Και η φυσική ήταν που με ενθουσίασε όταν είδα για πρώτη φορά τη φωτογραφία, το αποτέλεσμα δηλαδή των φυσικών διαδικασιών καταγραφής του φυσικού φωτός και της όψης των πραγμάτων, να «έρχεται» μέσα στη λεκάνη με την εμφάνιση. Ας είναι.

Τα μεταφυσικά προβλήματα και η ανάλυση των καλλιτεχνικών προβλημάτων της φωτογραφίας άργησαν αρκετά να με απασχολήσουν στα σοβαρά. Άρχισα να τραβώ φωτογραφίες από το 1967, ήταν όμως νομίζω μετά το 1997, που γνώρισα σταδιακά τους μεγάλους φωτογράφους και τα έργα τους. Και ήταν μετά το 1998 όταν άρχισα δειλά-δειλά να χρησιμοποιώ μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή (dSLR) και να αναζητώ στο διαδίκτυο τις φωτογραφίες εκείνες που θα ήθελα να τις έχω τραβήξει εγώ, μόνο και μόνο για να μη ξανακάνω τις ίδιες λήψεις.
Έγινα έτσι και συλλέκτης ψηφιακών αρχείων που έδειχναν φωτογραφίες και μόνο φωτογραφίες που μου άρεσαν. Ακόμη συλλέγω.
Κάποια στυλ με επηρέασαν όπως αυτό της απουσίας ανθρώπινου στοιχείου.
Πάντα απόφευγα τους ανθρώπους μέσα στο κάδρο. Αν πάλι ήταν μπορετό, έκανα την ανθρώπινη φιγούρα κύριο θέμα της φωτογραφίας αλλά με χρήση τηλεφακού για να μην ενοχλώ.  
Επίσης, οι δραματικοί φωτισμοί και το ασπρόμαυρο πάντα μου άρεσαν. Συχνά το πορτοκαλί φίλτρο ήταν μόνιμα επάνω στο φακό μου. Ότι και να γίνει, εγώ προτιμώ το ασπρόμαυρο. Δεν απορρίπτω το χρώμα, όχι. Προτιμώ όμως το αφαιρετικό ασπρόμαυρο. Γούστο είναι αυτό και πορεία ετών.
Ίσως το ότι υπήρξα αυτοδίδακτος μου στοίχισε μερικά χρόνια στην αισθητική και θεωρητική γνώση. Όμως όταν κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες μου βλέπω πως δεν ήμουν διόλου άσχετος με το «άθλημα».
Μέχρι τότε (1997-98), συνήθως δρούσα δίχως πολύ σκέψη, ή και διόλου σκέψη. Ενεργούσα μόνο με πλήρη προσήλωση σε αυτό που έβλεπα μέσα από το σκόπευτρο. Δεν αισθάνθηκα ποτέ την έλλειψη φωτογραφικών τεχνικών γνώσεων (διάβαζα για έκθεση-φωτισμός-υλικό-φακοί, γωνία κλπ από Αγγλόφωνα βιβλία και περιοδικά), όσο για τις αισθητικές, ακολουθούσα το ένστικτο ειδικά στην αρχή.
Αναζητούσα αισθητική απόλαυση και ενστικτώδη φυγή από τη πραγματικότητα δια μέσου αυτής της εμπειρίας. Αχ αυτή η αδιάφορη-βαρετή πραγματικότητα, όμως στάθηκε πυγή έμπνευσης, δεν πήγε χαμένη.
Μου άρεσε το φλου και το νετ και η σχέση πλευρών 2 προς 3. Δηλαδή η ρεφλέξ μηχανή των 35 χιλιοστών ήταν και είναι η αδυναμία μου. Στη συνέχεια, μπήκε στη ζωή μου η βαριά και μεγάλη ρεφλέξ 6Χ7 με την άριστη και υψηλή ποιότητα που μπορεί να καταγράψει το μεγάλο φιλμ. Κάθε της κλικ από τα δέκα ήταν καταληκτικό και κόστιζε. Πάντα ήθελα και μου άρεσε να είμαι πίσω από το σκόπευτρο, όχι από πάνω. Εκτός κι αν σκόπευα από πολύ χαμηλά, σχεδόν σε επαφή με το έδαφος.
Μερικές φορές, απλά κοιτούσα μέσα από το σκόπευτρο, ονειρευόμουν και τελικά συνεπαρμένος από αυτό που έβλεπα ξεχνούσα να πάρω μια φωτογραφία. Έχανα δηλαδή μερικές φορές την ιδανική στιγμή. 

Αργότερα διάβασα κάπου πως οι ποιο καλές φωτογραφίες, είναι αυτές που δεν έχω πάρει, και τώρα καταλαβαίνω το συνάδελφο.
Κατάλαβα έτσι πως αισθητικά είναι άλλο πράγμα να βλέπεις, και άλλο να φωτογραφίζεις.
Η φωτογραφία μου έμαθε δυο πράγματα.
Ένα είναι να εκτιμώ το χρόνο που μου δόθηκε ως δώρο ζωής. Θα πάρω έτσι άμεσα μια φωτογραφία που αισθάνθηκα πως αξίζει το κόπο αλλά θα το κάνω με το πλέον καλό τρόπο, κι αν μπορέσω, θα επανέλθω για να την κάνω ποιο καλή.
Το άλλο, είναι ότι έμαθα να βλέπω και να απολαμβάνω φωτογραφίες ακόμη κι όταν δεν πρόκειται να τις τραβήξω είτε γιατί δεν είχα μηχανή, είτε γιατί απλά ήθελα να ζήσω και εγώ κάποιες στιγμές σαν κοινός θνητός κι όχι σαν φωτογράφος.
Η φωτογραφία δηλαδή ήταν αρχικά, και νομίζω πως παραμένει, μια σημαντική προσπάθεια αναμνηστικής καταγραφής, κάτι σαν σημειωματάριο. Το αν είναι όμορφο, ή απαίσιο αισθητικά το φωτογραφικό αποτέλεσμα, αν έχουν τηρηθεί οι τεχνικοί κανόνες ή όχι, λίγο ενδιαφέρει το φωτογράφο που χειρίζεται τη μηχανή.
Όσο για το αποτέλεσμα, τη τελική φωτογραφία, το θεατή δεν τον απασχολεί τι ένοιωσα, τι ήθελα να πω, να θυμηθώ, ή να εκφράσω. Το μόνο που απασχολεί το θεατή, αν τον απασχολήσει, είναι τι του δείχνω.
Συχνά η επικοινωνία σταματά στο θέμα που δείχνω, και εκεί μένει.
Το αν θα τον αγγίξω με τη φωτογραφία που του δείχνω, είναι ακόμη ποιο μακρινό και δύσκολο για να συμβεί. Αυτό απαιτεί διαθέσιμο χρόνο από αυτό που κανείς δεν θέλει, ή δεν μπορεί να διαθέσει σήμερα κοιτάζοντας φωτογραφίες.
Νομίζω πως η αισθητική απόλαυση και συγκίνηση από αυτό που καταγράφει ο φακός και η ανάμνηση είναι δυο από τα πλέον ισχυρά κίνητρα για να προσπαθήσει να πάρει ο καθένας μας μια φωτογραφία.  Το αν θα επιτύχει, ή όχι, λίγο ενδιαφέρει τη στιγμή της λήψης. Αν όμως ο φωτογράφος κατέχει τους τεχνικούς κανόνες, το υλικό και τη διαδικασία, θα είναι πολύ ποιο κοντά σε ένα καλό και εξασφαλισμένο αποτέλεσμα. Αυτές οι σωστές φωτογραφίες συχνά θα καταλήξουν σε κάποιο αρχείο, έκθεση, δημοσίευση, ανάρτηση κλπ.


Μπορεί το οπτικό αποτέλεσμα που απουσίαζε από το κλικ μέχρι την επαναφορά του καθρέφτη να μου διέφευγε μέχρι την εμφάνιση του φιλμ, αλλά έμαθα να περιμένω, να μαντεύω, να οραματίζομαι το αποτέλεσμα μέχρι την εμφάνιση και εκτύπωση. ‘Έμαθα να ζω και με την αποτυχία.
Αυτό το κενό (μαύρο καρέ μέχρι την επαναφορά του καθρέφτη), μειώθηκε-χάθηκε με τη ψηφιακή φωτογράφιση. Πέρασαν ωστόσο αρκετά χρόνια εξέλιξης των μηχανών που επηρέασαν και τη φωτογραφική τέχνη, μέχρι που η αμεσότητα επαναφοράς του καθρέφτη πραγματικά να μην είναι ουσιαστικά πρόβλημα. Αυτό οδήγησε σε ρυθμούς έκθεσης έως και 6 καρέ ανά δευτερόλεπτο με χρήση φιλμ. Και μόνο μια μηχανή έδινε 10 καρέ φιλμ αλλά με σταθερό ημι-διαπερατό καθρέφτη. Ουδέποτε ωστόσο εγώ χρειάστηκα περισσότερα από 4 καρέ το δευτερόλεπτο. Με τη ψηφιακή τεχνολογία φωτογράφισης, κάποιες μηχανές ξεπερνάνε σε ταχύτητα κλείστρου τις κλασικές κινηματογραφικές.
Ωστόσο, αυτή η ευκολία φωτογράφισης και ελέγχου του αποτελέσματος σχεδόν άμεσα, έδιωξε μεγάλο μέρος από τη μαγεία και το μυστήριο, την αγωνία και την αναμονή, τον οραματισμό της κάθε στιγμής της λήψης. Αυτά είναι κανόνες και συνθήκες που κατά καιρούς αναζητώ. Έτσι, παίρνω ένα φιλμ ΑΜ, μια μηχανή εντελώς χειροκίνητη, με ένα σταθερό κανονικό φακό, και βγαίνω στον χώρο αναζητώντας το κατάλληλο χρόνο. Κι αν μου κάτσει; έκατσε.
Προσπαθώ να βάλω σε τάξη σήμερα τις σκέψεις μου σχετικά με το τι ακριβώς έκανα όταν έφερνα τη μηχανή στο μάτι, τι μνήμες είχα σχετικά με τη φωτογραφία, τι προσπαθούσα να φωτογραφίσω, γιατί, πως, με ποια μηχανή, τι υλικό, πώς να εμφανίσω, τι να τυπώσω, τι να πετάξω, τι να δείξω και τι όχι. Αυτό το τι θα μείνει απέξω και θα χαθεί, πάρα πολλές φορές ήταν πολύ ποιο σημαντικό από αυτό που θα σωθεί στο φιλμ, ή το ψηφιακό αρχείο.


Σήμερα, θυμάμαι τις φωτογραφίες μου και τις φωτογραφίες των άλλων για κάποιους λόγους. Και οι λόγοι αυτοί, που εξηγούν μερικά πράγματα, αλλά όχι όλα, που ερμηνεύουν το γιατί τραβήχτηκαν αυτές οι φωτογραφίες, νομίζω πως είναι λιγότερο η μετάδοση συναισθημάτων και σκέψεων. Είναι περισσότερο η αισθητική απόλαυση από τη μοναδική φωτογραφική καταγραφή του χώρο-χρόνου.
Δεν θυμάμαι να πήρα πολλές φωτογραφίες για να δείξω την βαρβαρότητα, την ασχήμια, ή τη κακογουστιά. Εκτός κι αν ήθελα να τα επισημάνω. Ωστόσο πολύ σύντομα διαπίστωσα πως η φωτογραφία ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, ηρωοποιεί το θέμα, το προβάλλει, το αναδεικνύει από ασήμαντο και αδιάφορο σε σημαντικό και ενδιαφέρον. Άρα χρειάζεται τεράστια προσοχή και σεβασμός στο μέσο. Γιατί πολύ εύκολα και το άσχημο μπορεί να μετατραπεί σε καλή τέχνη.
Θυμάμαι ότι η πλειονότητα των φωτογραφιών που έχω πάρει εξ αρχής, δείχνουν πως τουλάχιστον αναζήτησα κάτι που να κάνει αυτή τη φωτογραφία ξεχωριστή έστω και στο ελάχιστο από το κοινότυπο και την πιστή αντιγραφή της ορατής πραγματικότητας. Και αυτό, κανείς δεν μου το είπε, ή το έδειξε.  
Όταν άρχισα να βλέπω τις φωτογραφίες των μεγάλων και άξιων συναδέλφων, κατάλαβα πως υπάρχουν δυο ειδών δημιουργοί. Αυτοί που δεν ενδιαφέρονται για τα ΜΜΕ, και οι άλλοι που ζουν από αυτά. Κατάλαβα επίσης πως οι περισσότεροι φωτογράφοι είναι ανταγωνιστικοί στο έπακρο, αλλά δεν είναι όλοι ευτυχώς.
Κατάλαβα πως αν είχα πάει σε κάποια σχολή έξω, γιατί εδώ δεν υπήρχε ούτε βιβλίο ούτε καν κάποια ομάδα, ίσως θα είχα άλλη εξέλιξη. Η μόνη λέσχη που υπήρχε ήταν η ΕΦΕ, αλλά το «έργο» της δεν με συγκίνησε.
Έχω εργαστεί άπειρες ώρες, έχω ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη φωτογραφίας, έχω εργαστεί με όλα τα φορμά, από μισό καρέ, μέχρι 13Χ18. Έχω χρησιμοποιήσει φιλμ όλων των γνωστών ειδών, ειδικών και κανονικών. Έχω χρησιμοποιήσει και ψηφιακές πολλές μηχανές. Έχουν περάσει από τα χέρια μου σχεδόν όλα τα ψηφιακά μοντέλα της αγοράς από την εποχή των 320Χ200 πίξελς, μέχρι και όλα τα μοντέλα που κυκλοφόρησαν μέχρι την άνοιξη του 2011.
Σχετικά με τους λόγους που τραβάμε φωτογραφίες, θα προσθέσω λοιπόν:
Τραβάμε για να δούμε πως θα βγει η φωτογραφία. Αυτό ήταν πραγματικά μια τεράστια πρόκληση μέχρι τον καθολικό εξοπλισμό ακόμη και των ποιο φτηνών ερασιτεχνικών  ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών με έγχρωμη οθόνη σκόπευσης, ελέγχου και ρύθμισης.
Τραβάμε κυρίως και πρωτίστως γιατί μας άρεσε κάτι που είδαμε.
Τραβάμε γιατί δική μας είναι η μηχανή και κάνουμε το κέφι μας.
Τραβάμε για να δείξουμε στους άλλους τι είδαμε, ασχέτως θέματος και ποιότητας.
Τραβάμε για να θυμόμαστε.
Τραβάμε για να αποδείξουμε πως ήμαστε εκεί.
Τραβάμε για την αξία της απόδειξης-ντοκουμέντο.
Τραβάμε κάτι που το αγαπάμε.
Τραβάμε μια ζημιά, η μια τεχνική λεπτομέρεια.
Τραβάμε φίλους, φίλες, οικογένειες. Σημαντικές στιγμές, ή περιόδους της ζωής μας.
Τραβάμε μερικές φορές φωτογραφίες ενστικτωδώς, δίχως να υπάρχει άμεσα αντιληπτό ερέθισμα πέρα από κάποιο μυστικιστικό ίσως και αόρατο μήνυμα, κάτι σαν το χρησμό της πεταλούδας…





Όλα αυτά και πολλά άλλα ίσως χρειαστούν σε κάποιο μελλοντικό φωτογράφο, ίσως  και όχι. Γιατί πάντα εμείς οι άνθρωποι προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τα όριά μας μόνοι μας. Διαφορετικά αντιγράφουμε και αισθανόμαστε πως δεν καταφέραμε κάτι σημαντικό.
Εγώ δεν έκανα νομίζω κάτι σημαντικό. Το ότι είμαι αυτοδίδακτος φωτογράφος και επομένως δεν έχω αντιγράψει κανένα, μου δίνει ικανοποίηση. Δεν έχω πάρει την εργασία κανενός, έχω απολαύσει την ασχολία μου με την ερασιτεχνική φωτογραφία και έχω ζήσει εγώ και η οικογένειά μου από την επαγγελματική.
Πιστεύω πως η μόνη πραγματικά υψηλής μορφή φωτογραφικής τέχνη είναι αυτή που έδωσε ένα αποτέλεσμα που ικανοποιεί το δημιουργό της και ίσως μερικούς ακόμη αποδέκτες που συντονίζονται στο ίδιο μήκος κύματος.
Κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ, αλλά βλέπω πολλές από τις πρώτες μου φωτογραφίες.
Και πράγμα περίεργο, βλέπω τα πρόσωπα μόνο όπως τα φωτογράφισα, και τα τοπία όπως είναι όταν τα είδα και όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες μου.
Προσπαθώ να αλλάξω εικόνες και βλέπω φωτογραφίες των: Smith, Weston, Adams, Kertesz, Koudelka, Boisonas, του δικού μας του Τλούπα και τόσων άλλων.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, είναι μια λέξη που ισούται με εκατομμύρια φωτογραφίες, αλλά και γνώση, τεχνική, εφαρμογές, βιβλία, αποστολές, γεγονότα, εκπαίδευση, επιστήμες.

Οι μεγάλοι φωτογράφοι.
Θα ήθελα να καταγράψω τώρα μερικές σκέψεις σχετικά με τους μεγάλους φωτογράφους, κι ας θεωρηθώ αιρετικός, κι ανατρεπτικός.
Στην αρχή οι φωτογραφικές μηχανές ήταν βαριές, ογκώδεις, δυσκίνητες, οι χρόνοι έκθεσης δεν έδιναν καμιά δυνατότητα στο φωτογράφο να πάρει την επόμενη φωτογραφία σε 5-10 λεπτά.  Οι περισσότερες φωτογραφίες της πρώιμης εποχής, ήταν πραγματικά κατορθώματα αν πετύχαινε ο φωτογράφος να έχει κάποιο αποτέλεσμα μετά την εμφάνιση, αργότερα και στην εκτύπωση. Ήταν επόμενο οι πρώτοι φωτογράφοι με τεράστιες τεχνικές δυσκολίες να δοκιμάσουν με βάση τα όσα ήξεραν, δηλαδή τη ζωγραφική, και τις δυνατότητες του μέσου. Ακόμη και ένας ουρανός με σύννεφα ήταν μια τεράστια φωτογραφική δοκιμασία με αμφίβολα αποτελέσματα, αφού και οι χρόνοι έκθεσης ήταν μεγάλοι και το ευαίσθητο υλικό δεν «έβλεπε» τους τόνους και τα χρώματα όπως σήμερα.
Πέρασαν αρκετά χρόνια και οι επιρροές της ζωγραφικής έδωσαν τα πρώτα έργα φωτογραφικής τέχνης που παρά τις τεχνικές δυσκολίες ήταν πολύ όμορφα. Ωστόσο έμοιαζαν περισσότερο με ζωγραφιές παρά με τις σημερινές φωτογραφίες, και είναι λογικό.
Οι πρώτες μηχανές που έγινε μπορετό να κρατηθούν στο χέρι, που ήταν εύχρηστες, χειροκίνητες και επέτρεπαν τη λήψη στιγμιότυπου, ήταν αυτές που έφεραν την αλλαγή και τη τεράστια εξάπλωση της φωτογραφίας στο κοινό. Οι φωτογραφίες, προοδευτικά έγιναν πραγματικές φωτογραφίες. Ξεχώριζαν σαφώς από τις ζωγραφιές καταγράφοντας με μεγάλη πιστότητα το χώρο-χρόνο σε γκρίζους τόνους με ποιο ομαλές διαβαθμίσεις. Σε αυτό βοήθησε και βελτίωση του φιλμ. Τα μοντέλα της Leica και Rollei και το φιλμ σε ρολό 35 χιλιοστών και 120 έφεραν την άνοιξη. Ωστόσο, αυτή η ζωγραφική διάθεση ποτέ δεν έλειψε, ούτε και θα λείψει από τους φωτογράφους. Ακολούθησε η θεματική φωτογραφία, το ντοκουμέντο, η πραγματική φωτογραφία, η καθαρή φωτογραφία, η επιστημονική, η τεχνική κλπ. Αλλά πάντα βλέπουμε και θολές φωτογραφίες, σκοτεινές με ελάχιστη σαφήνεια, να μοιάζουν με ζωγραφιές, αλλά και να μην είναι, να θυμίζουν φωτογραφίες, αλλά και να μην είναι. Το έγχρωμο φιλμ έφερε ακόμη περισσότερη πιστότητα, η φωτογραφίας πλησίασε σε όλα τα θέματα εντυπωσιακά, σε σημείο που οι τεχνικές φωτογραφίες  να αποτελούν αναμφισβήτητα στοιχεία για μάθηση και πληροφόρηση. Η ψηφιακή φωτογραφία έφερε ακόμη μεγαλύτερη διάδοση, το κόστος μειώθηκε κι ο αριθμός των μηχανών που χρησιμοποιούνται και των φωτογραφιών που τραβάνε πλέον άτομα κάθε ηλικίας μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.
Το γιατί σήμερα αποκαλούμε τους φωτογράφους αυτούς μεγάλους, έχει να κάνει με την εποχή που τόλμησαν να δημιουργήσουν έργα πρωτοποριακά, με δικό τους στυλ, και θεματολογία, και να τα βάλλουν κυρίως με το σύστημα αξιών που ήθελε ως τέχνη μόνο το λάδι και τη προσωπογραφία, τα τεράστια τοπία και τα μνημειακά έργα των μεγάλων κατά τα άλλα ζωγράφων.
Οι μεγάλοι φωτογράφοι σήμερα ήταν κατά τη άποψή μου, σαν τους μεγάλους εξερευνητές και θαλασσοπόρους, και τους μεγάλους κλασσικούς συνθέτες!
Ήταν κάποτε λίγοι και μετρημένοι ανά τον κόσμο, έδειξαν το δρόμο σε όλους τους άλλους με τη ζωή και το έργο τους, κι ας είχαν και στιγμές αποτυχίας. Σήμερα ο αριθμός των καλών και πολύ καλών φωτογράφων είναι τεράστιος και άγνωστος. Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για πολύ καλούς φωτογράφους, εμπορικούς φωτογράφους, καλλιτέχνες φωτογράφους. Μεγάλοι φωτογράφοι όμως, υπάρχουν μόνον επειδή είναι πλέον προχωρημένης ηλικίας. Και επειδή δεν υπάρχει τίποτα καινούριο κάτω από τον ήλιο πλέον, δύσκολα θα διακριθεί κάποιος για μια καινούρια τεχνική, ή θεματολογία, που θα είναι φωτογραφία, κι όχι image, δηλαδή ζωγραφιά. Σήμερα δεν μετράνε πλέον ούτε η θεματολογία της φωτογραφίας, ούτε το στυλ, ούτε η τεχνική, ούτε προώθηση, η εμπορικότητα, το πλήθος των φωτογραφιών, οι συμμετοχές σε εκθέσεις. Μετράνε μόνο οι καλές φωτογραφίες και υπάρχει τεράστια ελευθερία για την αποδοχή, ή μη των φωτογραφιών από το κοινό, ένα κοινό που έχει τη δυνατότητα να βλέπει συνεχώς κάθε νέο φωτογράφο στο διαδίκτυο. Όμως οι μεγάλοι φωτογράφοι το μόνο που είχανε κάποτε ήταν μια ανάθεση, μια έκθεση, ένα λεύκωμα και ο πόλεμος του κατεστημένου που δεν ήθελε τη φωτογραφία να είναι καλή τέχνη.
Αργά αλλά σταθερά η φωτογραφία με τη τεράστια εξάπλωση έκανε τη ζωγραφική να αλλάξει τρόπο έκφρασης και θεματολογία. Αν και η ζωγραφική εξακολουθεί να έχει οπαδούς του φώτο-ρεαλισμού, είναι και η φωτογραφία που έχει οπαδούς των ζωγραφικών δυνατοτήτων του μέσου. Ωστόσο η φωτογραφία έγινε η πρώτη προσιτή κοινωνική δημιουργική τέχνη που έθεσε τις βάσεις για κάθε είδους αμφισβήτηση του καθώς πρέπει, της αισθητικής και της συντήρησης της μεγαλοαστικής τάξης.  



Αν και η βιομηχανία πήρε το όνομα imaging για λόγους marketing,  η λέξη αυτή δεν καλύπτει τη ζωγραφική παρά μόνο τη γραφιστική (εφαρμοσμένη ζωγραφική) και τη φωτογραφία που υπηρετεί την αγορά και τις ανάγκες της. Έτσι μας προέκυψε το photoshop και το desktop publishing και ζήσαμε εμείς καλά, και αυτοί πολύ ποιο καλά.
Σήμερα, η ψηφιακή φωτογραφία, η περαιτέρω εξάπλωση της φωτογραφίας, η ευκολία πρόσβασης μέσω διαδικτύου στο έργο όλων των άλλων φωτογράφων, μικρών και μεγάλων, σημαντικών και ασήμαντων, η πληθώρα φωτογραφικών λεσχών και ομάδων, σε σύγκριση με την δική μου εποχή και του μοναδικού διαθέσιμου βιβλίου του Α. Χανά, μου μοιάζει σαν συγκρίνουμε μια Zenit η μια Lubitel με ένα Smartphone, η ένα drone.

Γιάννης Γλυνός