Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ελληνικά Φωτογραφικά Αρχεία



Περί φωτογραφίας και αρχείων



Σχετικά με την ουσία και τη σημασία αυτής της φωτογραφικής διαδικασίας, 
σχετικά με το γιατί φωτογραφίζουμε, 
τι φωτογραφίζουμε, 
με τι φωτογραφίζουμε, 
ποιοι φωτογραφίζουμε και πως, υπάρχει ένα ερώτημα.
Τι απογίνονται μετά από καιρό, χρόνια ίσως, οι φωτογραφίες μας, αλλά και οι φωτογραφίες των άλλων που ασχολούνται ο καθένας για τους λόγους του με το να τραβάνε και να συλλέγουν φωτογραφίες;
Ήρθε ο καιρός νομίζω να ασχοληθούμε στα σοβαρά.

Πόσο σοβαρά; Πάρα πολύ σοβαρά.
Τόσο σοβαρά μάλιστα που θα πρέπει να αγνοήσουμε κάθε πιθανή αναβολή λόγο μη κατανόησης του θέματος, ή αδυναμίας οικονομικής του κράτους να συνδράμει όποια προσπάθεια ήθελε αρχίσει. 
Όμως πρέπει να βρεθεί κοινός τόπος ανάμεσα σε όλους όσους ασχολούνται με τη φωτογραφία και όποιο είδος αυτής.
Να πεισθούν οι ίδιοι οι φωτογράφοι. 
Οραματίζομαι δηλαδή μια βάση δεδομένων με ονόματα δημιουργών, τα είδη φωτογραφίας που έχουν απασχολήσει το καθένα, να καταγραφούν όλες οι κατηγορίες των θεμάτων και οι συλλογές που υπάρχουν, με ένα σύντομο βιογραφικό του καθενός, και το κυριότερο, που θα αποτελέσει και το κύριο μέλημα της όποιας οργάνωσης προκύψει, είναι να δίνεται η δυνατότητα να καταχωρούνται όλες οι φωτογραφίες, όλων, σε ψηφιακά αρχεία που θα προκύψουν είτε από δωρεές είτε από επιλογή και διάθεση των εν ζωή φωτογράφων. 
Δεν πρέπει χαθεί η τεράστιας αξίας και σημασίας πολιτιστική, αισθητική και καλλιτεχνική κληρονομιά μας. 
Η οργάνωση και η ταξινομική των φωτογραφικών αρχείων θα πρέπει να επιτρέπει: την εύρεση κατά το όνομα, τη θεματολογία, το έτος, τη περιοχή ίσως, την εθνικότητα του φωτογράφου αν έχει ασχοληθεί και με φωτογραφίες από την Ελλάδα μας, κλπ.

Αναλογίζομαι τι θα συμβεί στα φιλμ, τις τυπωμένες φωτογραφίες και τις ψηφιακές που έχω μετά από μερικά χρόνια, αναλογίζομαι επίσης τι θα συμβεί με τις φωτογραφίες φίλων και συναδέλφων, ανταγωνιστών αλλά και φίλων και γνωστών ερασιτεχνών όταν περάσουν μερικά χρόνια. Δεν έχει καμιά σημασία τι και πως φωτογράφιζε ο παλιός που έφυγε από τη ζωή, σημασία έχει πλέον να μη βρεθεί το  «άγνωστο» έργο του στα σκουπίδια (υπάρχουν ήδη και τα ορφανά έργα).

Αν και πιστεύω πως, αν πραγματικά αξίζει μια φωτογραφία, κι αν δεν καεί εντελώς από την ελλιπή επεξεργασία των χημικών σε σημείο διαγραφής της αρχικής τονικότητας, στο τέλος πάντα κάποιος θα βρεθεί που "θα ανακαλύψει τα ρηχά τα πιάτα". 
Το καλό λάμπει σαν το χρυσό!
Ένα ακόμη σημαντικό θέμα είναι πως ένας προς έναν οι φωτογράφοι μας φεύγουν από τη ζωή κι αν δεν είχανε κάποιο δικό τους blog που δεν έχει κόστος αλλά απαιτεί μόνο προσωπική φροντίδα, συχνά εξαφανίζονται και από το διαδίκτυο και τον ερευνητή που προβάλλει πρώτα τη διαφήμιση. Γνωρίζω ήδη ονόματα που χάθηκαν λες και ποτέ δεν υπήρξαν!

Όλα αυτά ας αποτελέσουν υλικό για κάθε ενδιαφερόμενο που ασχολείται με το πολισμό μας και είμαι σίγουρος πως αν εμείς οι Έλληνες δεν κάνουμε κάτι, θα βρεθούν και πάλι οι «κουτόφραγκοι» που έχουν και αυτοί εντοπίσει το ίδιο πρόβλημα καθώς τραβάνε πολλές περισσότερες φωτογραφίες και εκτιμούν  ιδιαίτερα τη φωτογραφία ως τέχνη και παραγωγή πολιτισμού.

Η αρχή θα μπορούσε να γίνει με ένα πανελλήνιο συνέδριο με θέμα τα φωτογραφικά μας αρχεία και τις φωτογραφίες μας. Ανάμεσα από χιλιάδες νέους φωτογράφους θα βρεθούν αρκετοί για να στηρίξουν αυτή την υπόθεση κάνοντας μιαν αρχή.
Ε.Φ.Α. λοιπόν

Γιάννης Γλυνός
Ιούνιος 2017

Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Σκέψεις για τη "Φωτογραφία"




 Αναλογίες
Μια λέξη είναι η φωτογραφία που αποδίδεται ως ορισμός και ως είδος σε χιλιάδες- χιλιάδων φωτογραφίες.
Φυσικά και δεν είναι μετρήσιμες οι φωτογραφίες, είναι μυριάδες, και αυξάνουν.
Ακόμα κι αν προσμετρήσουμε μόνο τις αριστουργηματικές φωτογραφίες, και πάλι οι χίλιες είναι ελάχιστες.
Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε πως μια λέξη = χίλιες φωτογραφίες; Κατά το: μια φωτογραφία = χίλιες λέξεις;
Κάποια στιγμή, προσπάθησα να συγκεντρώσω αντιπροσωπευτικές ψηφιακές φωτογραφίες ανεξαρτήτως ποιότητας και αισθητικής, έτσι ώστε να δείξω σε μερικούς μαθητές μου, φίλους και γνωστούς τι είναι φωτογραφία. Ε, λοιπόν δίχως να το καταλάβω ξεπέρασα τις 1000!
Από όσα ξέρω, καμιά φωτογραφία δεν μιλάει, δεν έχει στόμα, δεν εκφράζει , αλλά δείχνει.
Αν κρίνουμε μια έγχρωμη φωτογραφία, και ακριβώς την ίδια σε ασπρόμαυρη έκδοση, σίγουρα θα έχουμε να πούμε πολλά περισσότερα ως μετάδοση πληροφορίας «διαβάζοντας» τη χρωματιστή. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέποντας μια φωτογραφία πραγματικά μπορούν να γράψουν , ή να πουν χίλιες λέξεις κάνοντας αναλύσεις και βγάζοντας συμπεράσματα δικά τους. Σίγουρα με μια έγχρωμη στα χέρια, η διάλεξη θα είναι πολύ ποιο εύκολη.
Ωστόσο, η λέξη φωτογραφία, το είδος έστω μόνο του αντικείμενου κι όχι και της ασχολίας ή της τέχνης της, δεν καλύπτεται ούτε με χίλιες λέξεις.
Μετά από αυτή την εισαγωγή, να δω τώρα τι έχετε να πείτε όλοι εσείς που αναμασάτε και τσαμπουνάτε:
-«μια φωτογραφία = χίλιες λέξεις».

 Αριθμός, ή ποιότητα;
Ο αριθμός των φωτογραφιών που ταιριάζει γάντι στον ορισμό «φωτογραφία» είναι απλά ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ, και φυσικά αυξάνει καθημερινά.
Εγώ έχω δει αμέτρητες φωτογραφίες, (σημαντικές, ασήμαντες, ουδέτερες, αριστουργήματα), θυμάμαι μερικές χιλιάδες από αυτές. Έχω τραβήξει πάνω από 100.000 φωτογραφίες επειδή έτσι μου άρεσαν σε φιλμ (από 1967 μέχρι και το 2000). Και ψηφιακές φωτογραφίες έχω πάρα πολλές, ίσως και περισσότερες. Έχω γεμίσει 3 ΤΒ (από το 1998 και μετά), και συνεχίζω.
Αρκετές φωτογραφίες, αλλά δεν είναι ούτε οι μισές, έχουν τραβηχτεί για καθαρά επαγγελματικούς λόγους και τις έχω κρατήσει σε ξεχωριστά αρχεία.
Γιατί όμως γράφω σήμερα και πάλι για φωτογραφία;
Διαβάζω εδώ και χρόνια σκέψεις και φιλοσοφικά δοκίμια σχετικά με το τι είναι φωτογραφία. Πέρα από τη τεχνική ανάλυση της λέξης, υπάρχει τεράστιος προβληματισμός ακόμη, πράγμα που δείχνει πως η φωτογραφία ως ιδέα και τέχνη είναι ακόμη νέα, ζωντανή, και υπό διαμόρφωση. Σαν να μην έφτανε όμως όλο αυτό μπέρδεμα, ήρθε και ο όρος «imaging», που μεταφράζεται σε «εικόνα». Αν εντάξουμε τη φωτογραφία στην εικόνα, τότε δεν θα έχουμε ένα όρο για τη φωτογραφία ως αυτόνομη έννοια, ασχολία, τέχνη κλπ. Και δεν υπάρχει λόγος η εικόνα να είναι ανώτερη της φωτογραφίας, ή κατώτερη ίσως. Μιλάμε για διαφορετικά πράγματα και έτσι πρέπει να μείνει, νομίζω.
Διαβάζω επίσης απόψεις και σκέψεις για το ύφος, το στυλ, τη σύνθεση, το θέμα, το κάδρο, αν το ασπρόμαυρο ή το έγχρωμο είναι τέχνη, λιγότερο, ή περισσότερο ίσως.

Είναι τέχνη;
Το μέγα ερώτημα είναι αν η φωτογραφία ως ασχολία και αποτέλεσμα είναι τέχνη ανάλογης αξίας όπως είναι η ζωγραφική. Φωτογραφία και ζωγραφική έχουν κάποιες ομοιότητες ως προς το ότι υπάρχει κάποια εικόνα που ευρίσκεται μέσα σε ένα πλαίσιο. Ωστόσο, η μια εικόνα, η ζωγραφική, είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικής διεργασίας και απόδοσης ενός ερεθίσματος δια των χειρών του ζωγράφου, του χρωστήρα και των χρωμάτων. Η άλλη εικόνα, η φωτογραφία, είναι αποτέλεσμα ενός μηχανικού κλικ, η φωτοχημικών μηχανικών διεργασιών. Δεν χρησιμοποιεί χρωστήρες και χρώματα ο φωτογράφος, ούτε χρειάζεται μεγάλη διάρκεια χρόνου για να ολοκλήρωση μια φωτογραφική εκτύπωση.
Επειδή δε οι ομοιότητες σταματάνε σε αυτά τα δυο, εικόνα και πλαίσιο, υπάρχει μεγάλη ανησυχία, πάρα πολλές αντιρρήσεις και αμφιβολίες για ποιο ακριβώς λόγο ή λόγους αναγνωρίζεται και με το νόμο ως «καλή» η τέχνη αυτή εφόσον επιτρέπει πολλές αναπαραγωγές, το λιγότερο.
Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλες σοβαρές αντιρρήσεις από κάποιους.
Παραμένει ο προβληματισμός αν η πιστή καταγραφή του χώρο-χρόνου της φωτογραφίας, αυτό δηλαδή που δείχνει ειδικά η έγχρωμη φωτογραφία, είναι τέχνη, και δεν είναι απλά, αντιγραφή. Ότι κι αν είναι πάντως, σίγουρα ζωγραφική δεν είναι η εκτυπωμένη με οποιοδήποτε τρόπο και τεχνική φωτογραφία. Ο ρεαλισμός στη ζωγραφική δεν έχει σχέση με τη φωτογραφία παρά μόνο ως προς το ότι δείχνει, η προσπαθεί να δείξει τη πραγματικότητα όπως είναι, δια μέσου του χρωστήρα κι όχι δια μέσου του φακού, του φιλμ ή του ψηφιακού αισθητήρα.
Γιατί αν δεν πείθει η φωτογραφία για αυτό που δείχνει, χάνει κάτι τις από τη δύναμή της. Αλλά κι αν απλά αντιγράφει το ορατό, πάλι χάνει δύναμη.
Σημαντικό επίσης πρόβλημα που έχει απασχολήσει και απασχολεί όσους ασχολούνται με τη φωτογραφία είναι, το γιατί φωτογραφίζουμε.
Νομίζω ο καθένας  φωτογραφίζει για δικούς του λόγους, αλλά κατά βάθος, κάτι πρέπει να υπάρχει κοινό και σημαντικό για όλους μας όσον αφορά τη διαδικασία και τη χρήση της μηχανής.
Ακόμη ένα τεράστιο - σημαντικό πρόβλημα που κρίνει την αξία ή απαξία της φωτογραφίας και του δημιουργού της, είναι το πότε και με τι μέσα τραβήχτηκε η φωτογραφία.
Ο χρόνος δηλαδή έκθεσης που απαιτήθηκε, το είδος του ευαίσθητου υλικού, η ταχύτητα -φωτεινότητα του φακού, το βάρος της μηχανής, οι φυσικές συνθήκες θέτουν περιορισμούς, κανόνες, και ειδικές τεχνικές που οδηγούν σε αισθητικές περιόδους αναγκαστικά. Μιλάμε για τη περίοδο του πικτοριαλισμού, της πραγματικής φωτογραφίας, του ντοκουμέντου, του ρεπορτάζ, της έγχρωμης, της ψηφιακής φωτογραφίας κλπ. Η θεματολογία της φωτογραφίας έχει υπαγορευτεί από όλες αυτές τις διαθέσιμες τεχνικές.
Ακόμη ένα σοβαρό θέμα που προκαλεί συζητήσεις είναι η δυνατότητα παραγωγής ανατύπων χαμηλού σχετικά κόστους, μια δυνατότητα που δεν θέτει όρια δια της φωτογραφικής μεθόδου.
Η δυνατότητα αναπαραγωγής ζωγραφικών χαρακτικών ανατύπων, προσφέρει ορισμένο και περιορισμένο αριθμό πιστών αντιγράφων και επομένως έχει ελάχιστη σχέση με αυτή της φωτογραφίας που είναι εντελώς μηχανική και εξαρτάται από το φως, ή το ηλεκτρικό ρεύμα (ψηφιακή φωτογραφία).
Δίχως λοιπόν καμιά δεύτερη σκέψη πλέον, εγώ θα πάω και με το νόμο και θα δεχτώ τη φωτογραφία ως τέχνη και μάλιστα ξεχωριστή, αυτόνομη, προσιτή και συναρπαστική. Και δεν περίμενα το νόμο να μου το πει αυτό. Έχω κατασταλάξει εδώ και πολλά χρόνια.

Χωρίς τη φωτογραφία δεν ξέρω τι θα ήμουν.
Εγώ, ξεκίνησα σαν αυτοδίδακτος φωτογράφος το 1967.
Δεν είχα δάσκαλο-δάσκαλους, πρότυπα, ασκήσεις, δεν απόκτησα μεταπτυχιακό. Ένα βιβλίο βρήκα στη γλώσσα μας και ήταν του Ανδρέα Χανά. Το δάνεισα το βιβλίο, και πάει, χάθηκε. Και επειδή έχω μνήμη ελέφαντα θυμάμαι σε ποιον το δάνεισα, όπως θυμάμαι και την ευκολία με την οποία μου είπε πως το χάρισε σε κάποιον!
Με τα λίγα χρήματα που έπαιρνα όταν απολύθηκα το 1974, κατάφερα σιγά-σιγά να πάρω κάποια μηχανήματα, μια Minolta ρεφλέξ των 35 χιλιοστών από δεύτερο χέρι, μια φτηνή εκτυπωτική (Πολωνέζα). Τα φωτιστικά τα έφτιαξα μόνος μου, βρήκα 2 φακούς για τη φωτογραφική, κατάφερα να στήσω ένα βασικό σκοτεινό θάλαμο.
Η φωτογραφία των μεγάλων και σημαντικών κινηματογραφιστών της νιότης μου ήταν που μου έδωσε ένα κίνητρο να φωτογραφίσω, να δω σχήματα, φως, σκιές, συνθέσεις, αναλογίες. Το μόνο που με απωθούσε (ένοιωθα πραγματική αποστροφή στην ιδέα) ήταν η αντιγραφή. Βασικά όταν άρχιζα να αναζητώ φωτογραφίες μέσα από το σκόπευτρο, πάντα άδειαζα το μυαλό μου από ότι φωτογραφίες είχα δει άλλων φωτογράφων.
Όμως κατάλαβα πως πάντα υπάρχει στο υποσυνείδητο μια βάση δεδομένων από φωτογραφίες που μπορεί να μην θέλω να αντιγράψω (και πως θα ήταν δυνατό), αλλά που οδηγούν το ένστικτο και το αισθητικό κριτήριο για να πάρω μια καινούρια φωτογραφία, ή να αδιαφορήσω και να πάω ποιο κάτω.
Εδώ πρέπει να πω ότι από όλα τα μαθήματα αγάπησα την ιστορία, τη φυσική και τη γεωμετρία. Σε αυτά ήμουν και πάρα πολύ καλός.
Η γεωμετρία, έχει επηρεάσει άμεσα τη σχέση μου με τη φωτογραφική αισθητική.
Η ιστορία με έχει κάνει να θυμάμαι τους μεγάλους φωτογράφους.
Και η φυσική ήταν που με ενθουσίασε όταν είδα για πρώτη φορά τη φωτογραφία, το αποτέλεσμα δηλαδή των φυσικών διαδικασιών καταγραφής του φυσικού φωτός και της όψης των πραγμάτων, να «έρχεται» μέσα στη λεκάνη με την εμφάνιση. Ας είναι.

Τα μεταφυσικά προβλήματα και η ανάλυση των καλλιτεχνικών προβλημάτων της φωτογραφίας άργησαν αρκετά να με απασχολήσουν στα σοβαρά. Άρχισα να τραβώ φωτογραφίες από το 1967, ήταν όμως νομίζω μετά το 1997, που γνώρισα σταδιακά τους μεγάλους φωτογράφους και τα έργα τους. Και ήταν μετά το 1998 όταν άρχισα δειλά-δειλά να χρησιμοποιώ μια ψηφιακή φωτογραφική μηχανή (dSLR) και να αναζητώ στο διαδίκτυο τις φωτογραφίες εκείνες που θα ήθελα να τις έχω τραβήξει εγώ, μόνο και μόνο για να μη ξανακάνω τις ίδιες λήψεις.
Έγινα έτσι και συλλέκτης ψηφιακών αρχείων που έδειχναν φωτογραφίες και μόνο φωτογραφίες που μου άρεσαν. Ακόμη συλλέγω.
Κάποια στυλ με επηρέασαν όπως αυτό της απουσίας ανθρώπινου στοιχείου.
Πάντα απόφευγα τους ανθρώπους μέσα στο κάδρο. Αν πάλι ήταν μπορετό, έκανα την ανθρώπινη φιγούρα κύριο θέμα της φωτογραφίας αλλά με χρήση τηλεφακού για να μην ενοχλώ.  
Επίσης, οι δραματικοί φωτισμοί και το ασπρόμαυρο πάντα μου άρεσαν. Συχνά το πορτοκαλί φίλτρο ήταν μόνιμα επάνω στο φακό μου. Ότι και να γίνει, εγώ προτιμώ το ασπρόμαυρο. Δεν απορρίπτω το χρώμα, όχι. Προτιμώ όμως το αφαιρετικό ασπρόμαυρο. Γούστο είναι αυτό και πορεία ετών.
Ίσως το ότι υπήρξα αυτοδίδακτος μου στοίχισε μερικά χρόνια στην αισθητική και θεωρητική γνώση. Όμως όταν κοιτάζω τις παλιές φωτογραφίες μου βλέπω πως δεν ήμουν διόλου άσχετος με το «άθλημα».
Μέχρι τότε (1997-98), συνήθως δρούσα δίχως πολύ σκέψη, ή και διόλου σκέψη. Ενεργούσα μόνο με πλήρη προσήλωση σε αυτό που έβλεπα μέσα από το σκόπευτρο. Δεν αισθάνθηκα ποτέ την έλλειψη φωτογραφικών τεχνικών γνώσεων (διάβαζα για έκθεση-φωτισμός-υλικό-φακοί, γωνία κλπ από Αγγλόφωνα βιβλία και περιοδικά), όσο για τις αισθητικές, ακολουθούσα το ένστικτο ειδικά στην αρχή.
Αναζητούσα αισθητική απόλαυση και ενστικτώδη φυγή από τη πραγματικότητα δια μέσου αυτής της εμπειρίας. Αχ αυτή η αδιάφορη-βαρετή πραγματικότητα, όμως στάθηκε πυγή έμπνευσης, δεν πήγε χαμένη.
Μου άρεσε το φλου και το νετ και η σχέση πλευρών 2 προς 3. Δηλαδή η ρεφλέξ μηχανή των 35 χιλιοστών ήταν και είναι η αδυναμία μου. Στη συνέχεια, μπήκε στη ζωή μου η βαριά και μεγάλη ρεφλέξ 6Χ7 με την άριστη και υψηλή ποιότητα που μπορεί να καταγράψει το μεγάλο φιλμ. Κάθε της κλικ από τα δέκα ήταν καταληκτικό και κόστιζε. Πάντα ήθελα και μου άρεσε να είμαι πίσω από το σκόπευτρο, όχι από πάνω. Εκτός κι αν σκόπευα από πολύ χαμηλά, σχεδόν σε επαφή με το έδαφος.
Μερικές φορές, απλά κοιτούσα μέσα από το σκόπευτρο, ονειρευόμουν και τελικά συνεπαρμένος από αυτό που έβλεπα ξεχνούσα να πάρω μια φωτογραφία. Έχανα δηλαδή μερικές φορές την ιδανική στιγμή. 

Αργότερα διάβασα κάπου πως οι ποιο καλές φωτογραφίες, είναι αυτές που δεν έχω πάρει, και τώρα καταλαβαίνω το συνάδελφο.
Κατάλαβα έτσι πως αισθητικά είναι άλλο πράγμα να βλέπεις, και άλλο να φωτογραφίζεις.
Η φωτογραφία μου έμαθε δυο πράγματα.
Ένα είναι να εκτιμώ το χρόνο που μου δόθηκε ως δώρο ζωής. Θα πάρω έτσι άμεσα μια φωτογραφία που αισθάνθηκα πως αξίζει το κόπο αλλά θα το κάνω με το πλέον καλό τρόπο, κι αν μπορέσω, θα επανέλθω για να την κάνω ποιο καλή.
Το άλλο, είναι ότι έμαθα να βλέπω και να απολαμβάνω φωτογραφίες ακόμη κι όταν δεν πρόκειται να τις τραβήξω είτε γιατί δεν είχα μηχανή, είτε γιατί απλά ήθελα να ζήσω και εγώ κάποιες στιγμές σαν κοινός θνητός κι όχι σαν φωτογράφος.
Η φωτογραφία δηλαδή ήταν αρχικά, και νομίζω πως παραμένει, μια σημαντική προσπάθεια αναμνηστικής καταγραφής, κάτι σαν σημειωματάριο. Το αν είναι όμορφο, ή απαίσιο αισθητικά το φωτογραφικό αποτέλεσμα, αν έχουν τηρηθεί οι τεχνικοί κανόνες ή όχι, λίγο ενδιαφέρει το φωτογράφο που χειρίζεται τη μηχανή.
Όσο για το αποτέλεσμα, τη τελική φωτογραφία, το θεατή δεν τον απασχολεί τι ένοιωσα, τι ήθελα να πω, να θυμηθώ, ή να εκφράσω. Το μόνο που απασχολεί το θεατή, αν τον απασχολήσει, είναι τι του δείχνω.
Συχνά η επικοινωνία σταματά στο θέμα που δείχνω, και εκεί μένει.
Το αν θα τον αγγίξω με τη φωτογραφία που του δείχνω, είναι ακόμη ποιο μακρινό και δύσκολο για να συμβεί. Αυτό απαιτεί διαθέσιμο χρόνο από αυτό που κανείς δεν θέλει, ή δεν μπορεί να διαθέσει σήμερα κοιτάζοντας φωτογραφίες.
Νομίζω πως η αισθητική απόλαυση και συγκίνηση από αυτό που καταγράφει ο φακός και η ανάμνηση είναι δυο από τα πλέον ισχυρά κίνητρα για να προσπαθήσει να πάρει ο καθένας μας μια φωτογραφία.  Το αν θα επιτύχει, ή όχι, λίγο ενδιαφέρει τη στιγμή της λήψης. Αν όμως ο φωτογράφος κατέχει τους τεχνικούς κανόνες, το υλικό και τη διαδικασία, θα είναι πολύ ποιο κοντά σε ένα καλό και εξασφαλισμένο αποτέλεσμα. Αυτές οι σωστές φωτογραφίες συχνά θα καταλήξουν σε κάποιο αρχείο, έκθεση, δημοσίευση, ανάρτηση κλπ.


Μπορεί το οπτικό αποτέλεσμα που απουσίαζε από το κλικ μέχρι την επαναφορά του καθρέφτη να μου διέφευγε μέχρι την εμφάνιση του φιλμ, αλλά έμαθα να περιμένω, να μαντεύω, να οραματίζομαι το αποτέλεσμα μέχρι την εμφάνιση και εκτύπωση. ‘Έμαθα να ζω και με την αποτυχία.
Αυτό το κενό (μαύρο καρέ μέχρι την επαναφορά του καθρέφτη), μειώθηκε-χάθηκε με τη ψηφιακή φωτογράφιση. Πέρασαν ωστόσο αρκετά χρόνια εξέλιξης των μηχανών που επηρέασαν και τη φωτογραφική τέχνη, μέχρι που η αμεσότητα επαναφοράς του καθρέφτη πραγματικά να μην είναι ουσιαστικά πρόβλημα. Αυτό οδήγησε σε ρυθμούς έκθεσης έως και 6 καρέ ανά δευτερόλεπτο με χρήση φιλμ. Και μόνο μια μηχανή έδινε 10 καρέ φιλμ αλλά με σταθερό ημι-διαπερατό καθρέφτη. Ουδέποτε ωστόσο εγώ χρειάστηκα περισσότερα από 4 καρέ το δευτερόλεπτο. Με τη ψηφιακή τεχνολογία φωτογράφισης, κάποιες μηχανές ξεπερνάνε σε ταχύτητα κλείστρου τις κλασικές κινηματογραφικές.
Ωστόσο, αυτή η ευκολία φωτογράφισης και ελέγχου του αποτελέσματος σχεδόν άμεσα, έδιωξε μεγάλο μέρος από τη μαγεία και το μυστήριο, την αγωνία και την αναμονή, τον οραματισμό της κάθε στιγμής της λήψης. Αυτά είναι κανόνες και συνθήκες που κατά καιρούς αναζητώ. Έτσι, παίρνω ένα φιλμ ΑΜ, μια μηχανή εντελώς χειροκίνητη, με ένα σταθερό κανονικό φακό, και βγαίνω στον χώρο αναζητώντας το κατάλληλο χρόνο. Κι αν μου κάτσει; έκατσε.
Προσπαθώ να βάλω σε τάξη σήμερα τις σκέψεις μου σχετικά με το τι ακριβώς έκανα όταν έφερνα τη μηχανή στο μάτι, τι μνήμες είχα σχετικά με τη φωτογραφία, τι προσπαθούσα να φωτογραφίσω, γιατί, πως, με ποια μηχανή, τι υλικό, πώς να εμφανίσω, τι να τυπώσω, τι να πετάξω, τι να δείξω και τι όχι. Αυτό το τι θα μείνει απέξω και θα χαθεί, πάρα πολλές φορές ήταν πολύ ποιο σημαντικό από αυτό που θα σωθεί στο φιλμ, ή το ψηφιακό αρχείο.


Σήμερα, θυμάμαι τις φωτογραφίες μου και τις φωτογραφίες των άλλων για κάποιους λόγους. Και οι λόγοι αυτοί, που εξηγούν μερικά πράγματα, αλλά όχι όλα, που ερμηνεύουν το γιατί τραβήχτηκαν αυτές οι φωτογραφίες, νομίζω πως είναι λιγότερο η μετάδοση συναισθημάτων και σκέψεων. Είναι περισσότερο η αισθητική απόλαυση από τη μοναδική φωτογραφική καταγραφή του χώρο-χρόνου.
Δεν θυμάμαι να πήρα πολλές φωτογραφίες για να δείξω την βαρβαρότητα, την ασχήμια, ή τη κακογουστιά. Εκτός κι αν ήθελα να τα επισημάνω. Ωστόσο πολύ σύντομα διαπίστωσα πως η φωτογραφία ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, ηρωοποιεί το θέμα, το προβάλλει, το αναδεικνύει από ασήμαντο και αδιάφορο σε σημαντικό και ενδιαφέρον. Άρα χρειάζεται τεράστια προσοχή και σεβασμός στο μέσο. Γιατί πολύ εύκολα και το άσχημο μπορεί να μετατραπεί σε καλή τέχνη.
Θυμάμαι ότι η πλειονότητα των φωτογραφιών που έχω πάρει εξ αρχής, δείχνουν πως τουλάχιστον αναζήτησα κάτι που να κάνει αυτή τη φωτογραφία ξεχωριστή έστω και στο ελάχιστο από το κοινότυπο και την πιστή αντιγραφή της ορατής πραγματικότητας. Και αυτό, κανείς δεν μου το είπε, ή το έδειξε.  
Όταν άρχισα να βλέπω τις φωτογραφίες των μεγάλων και άξιων συναδέλφων, κατάλαβα πως υπάρχουν δυο ειδών δημιουργοί. Αυτοί που δεν ενδιαφέρονται για τα ΜΜΕ, και οι άλλοι που ζουν από αυτά. Κατάλαβα επίσης πως οι περισσότεροι φωτογράφοι είναι ανταγωνιστικοί στο έπακρο, αλλά δεν είναι όλοι ευτυχώς.
Κατάλαβα πως αν είχα πάει σε κάποια σχολή έξω, γιατί εδώ δεν υπήρχε ούτε βιβλίο ούτε καν κάποια ομάδα, ίσως θα είχα άλλη εξέλιξη. Η μόνη λέσχη που υπήρχε ήταν η ΕΦΕ, αλλά το «έργο» της δεν με συγκίνησε.
Έχω εργαστεί άπειρες ώρες, έχω ασχοληθεί με όλα σχεδόν τα είδη φωτογραφίας, έχω εργαστεί με όλα τα φορμά, από μισό καρέ, μέχρι 13Χ18. Έχω χρησιμοποιήσει φιλμ όλων των γνωστών ειδών, ειδικών και κανονικών. Έχω χρησιμοποιήσει και ψηφιακές πολλές μηχανές. Έχουν περάσει από τα χέρια μου σχεδόν όλα τα ψηφιακά μοντέλα της αγοράς από την εποχή των 320Χ200 πίξελς, μέχρι και όλα τα μοντέλα που κυκλοφόρησαν μέχρι την άνοιξη του 2011.
Σχετικά με τους λόγους που τραβάμε φωτογραφίες, θα προσθέσω λοιπόν:
Τραβάμε για να δούμε πως θα βγει η φωτογραφία. Αυτό ήταν πραγματικά μια τεράστια πρόκληση μέχρι τον καθολικό εξοπλισμό ακόμη και των ποιο φτηνών ερασιτεχνικών  ψηφιακών φωτογραφικών μηχανών με έγχρωμη οθόνη σκόπευσης, ελέγχου και ρύθμισης.
Τραβάμε κυρίως και πρωτίστως γιατί μας άρεσε κάτι που είδαμε.
Τραβάμε γιατί δική μας είναι η μηχανή και κάνουμε το κέφι μας.
Τραβάμε για να δείξουμε στους άλλους τι είδαμε, ασχέτως θέματος και ποιότητας.
Τραβάμε για να θυμόμαστε.
Τραβάμε για να αποδείξουμε πως ήμαστε εκεί.
Τραβάμε για την αξία της απόδειξης-ντοκουμέντο.
Τραβάμε κάτι που το αγαπάμε.
Τραβάμε μια ζημιά, η μια τεχνική λεπτομέρεια.
Τραβάμε φίλους, φίλες, οικογένειες. Σημαντικές στιγμές, ή περιόδους της ζωής μας.
Τραβάμε μερικές φορές φωτογραφίες ενστικτωδώς, δίχως να υπάρχει άμεσα αντιληπτό ερέθισμα πέρα από κάποιο μυστικιστικό ίσως και αόρατο μήνυμα, κάτι σαν το χρησμό της πεταλούδας…





Όλα αυτά και πολλά άλλα ίσως χρειαστούν σε κάποιο μελλοντικό φωτογράφο, ίσως  και όχι. Γιατί πάντα εμείς οι άνθρωποι προσπαθούμε να ανακαλύψουμε τα όριά μας μόνοι μας. Διαφορετικά αντιγράφουμε και αισθανόμαστε πως δεν καταφέραμε κάτι σημαντικό.
Εγώ δεν έκανα νομίζω κάτι σημαντικό. Το ότι είμαι αυτοδίδακτος φωτογράφος και επομένως δεν έχω αντιγράψει κανένα, μου δίνει ικανοποίηση. Δεν έχω πάρει την εργασία κανενός, έχω απολαύσει την ασχολία μου με την ερασιτεχνική φωτογραφία και έχω ζήσει εγώ και η οικογένειά μου από την επαγγελματική.
Πιστεύω πως η μόνη πραγματικά υψηλής μορφή φωτογραφικής τέχνη είναι αυτή που έδωσε ένα αποτέλεσμα που ικανοποιεί το δημιουργό της και ίσως μερικούς ακόμη αποδέκτες που συντονίζονται στο ίδιο μήκος κύματος.
Κλείνω τα μάτια για να κοιμηθώ, αλλά βλέπω πολλές από τις πρώτες μου φωτογραφίες.
Και πράγμα περίεργο, βλέπω τα πρόσωπα μόνο όπως τα φωτογράφισα, και τα τοπία όπως είναι όταν τα είδα και όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες μου.
Προσπαθώ να αλλάξω εικόνες και βλέπω φωτογραφίες των: Smith, Weston, Adams, Kertesz, Koudelka, Boisonas, του δικού μας του Τλούπα και τόσων άλλων.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, είναι μια λέξη που ισούται με εκατομμύρια φωτογραφίες, αλλά και γνώση, τεχνική, εφαρμογές, βιβλία, αποστολές, γεγονότα, εκπαίδευση, επιστήμες.

Οι μεγάλοι φωτογράφοι.
Θα ήθελα να καταγράψω τώρα μερικές σκέψεις σχετικά με τους μεγάλους φωτογράφους, κι ας θεωρηθώ αιρετικός, κι ανατρεπτικός.
Στην αρχή οι φωτογραφικές μηχανές ήταν βαριές, ογκώδεις, δυσκίνητες, οι χρόνοι έκθεσης δεν έδιναν καμιά δυνατότητα στο φωτογράφο να πάρει την επόμενη φωτογραφία σε 5-10 λεπτά.  Οι περισσότερες φωτογραφίες της πρώιμης εποχής, ήταν πραγματικά κατορθώματα αν πετύχαινε ο φωτογράφος να έχει κάποιο αποτέλεσμα μετά την εμφάνιση, αργότερα και στην εκτύπωση. Ήταν επόμενο οι πρώτοι φωτογράφοι με τεράστιες τεχνικές δυσκολίες να δοκιμάσουν με βάση τα όσα ήξεραν, δηλαδή τη ζωγραφική, και τις δυνατότητες του μέσου. Ακόμη και ένας ουρανός με σύννεφα ήταν μια τεράστια φωτογραφική δοκιμασία με αμφίβολα αποτελέσματα, αφού και οι χρόνοι έκθεσης ήταν μεγάλοι και το ευαίσθητο υλικό δεν «έβλεπε» τους τόνους και τα χρώματα όπως σήμερα.
Πέρασαν αρκετά χρόνια και οι επιρροές της ζωγραφικής έδωσαν τα πρώτα έργα φωτογραφικής τέχνης που παρά τις τεχνικές δυσκολίες ήταν πολύ όμορφα. Ωστόσο έμοιαζαν περισσότερο με ζωγραφιές παρά με τις σημερινές φωτογραφίες, και είναι λογικό.
Οι πρώτες μηχανές που έγινε μπορετό να κρατηθούν στο χέρι, που ήταν εύχρηστες, χειροκίνητες και επέτρεπαν τη λήψη στιγμιότυπου, ήταν αυτές που έφεραν την αλλαγή και τη τεράστια εξάπλωση της φωτογραφίας στο κοινό. Οι φωτογραφίες, προοδευτικά έγιναν πραγματικές φωτογραφίες. Ξεχώριζαν σαφώς από τις ζωγραφιές καταγράφοντας με μεγάλη πιστότητα το χώρο-χρόνο σε γκρίζους τόνους με ποιο ομαλές διαβαθμίσεις. Σε αυτό βοήθησε και βελτίωση του φιλμ. Τα μοντέλα της Leica και Rollei και το φιλμ σε ρολό 35 χιλιοστών και 120 έφεραν την άνοιξη. Ωστόσο, αυτή η ζωγραφική διάθεση ποτέ δεν έλειψε, ούτε και θα λείψει από τους φωτογράφους. Ακολούθησε η θεματική φωτογραφία, το ντοκουμέντο, η πραγματική φωτογραφία, η καθαρή φωτογραφία, η επιστημονική, η τεχνική κλπ. Αλλά πάντα βλέπουμε και θολές φωτογραφίες, σκοτεινές με ελάχιστη σαφήνεια, να μοιάζουν με ζωγραφιές, αλλά και να μην είναι, να θυμίζουν φωτογραφίες, αλλά και να μην είναι. Το έγχρωμο φιλμ έφερε ακόμη περισσότερη πιστότητα, η φωτογραφίας πλησίασε σε όλα τα θέματα εντυπωσιακά, σε σημείο που οι τεχνικές φωτογραφίες  να αποτελούν αναμφισβήτητα στοιχεία για μάθηση και πληροφόρηση. Η ψηφιακή φωτογραφία έφερε ακόμη μεγαλύτερη διάδοση, το κόστος μειώθηκε κι ο αριθμός των μηχανών που χρησιμοποιούνται και των φωτογραφιών που τραβάνε πλέον άτομα κάθε ηλικίας μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.
Το γιατί σήμερα αποκαλούμε τους φωτογράφους αυτούς μεγάλους, έχει να κάνει με την εποχή που τόλμησαν να δημιουργήσουν έργα πρωτοποριακά, με δικό τους στυλ, και θεματολογία, και να τα βάλλουν κυρίως με το σύστημα αξιών που ήθελε ως τέχνη μόνο το λάδι και τη προσωπογραφία, τα τεράστια τοπία και τα μνημειακά έργα των μεγάλων κατά τα άλλα ζωγράφων.
Οι μεγάλοι φωτογράφοι σήμερα ήταν κατά τη άποψή μου, σαν τους μεγάλους εξερευνητές και θαλασσοπόρους, και τους μεγάλους κλασσικούς συνθέτες!
Ήταν κάποτε λίγοι και μετρημένοι ανά τον κόσμο, έδειξαν το δρόμο σε όλους τους άλλους με τη ζωή και το έργο τους, κι ας είχαν και στιγμές αποτυχίας. Σήμερα ο αριθμός των καλών και πολύ καλών φωτογράφων είναι τεράστιος και άγνωστος. Σήμερα μπορούμε να μιλάμε για πολύ καλούς φωτογράφους, εμπορικούς φωτογράφους, καλλιτέχνες φωτογράφους. Μεγάλοι φωτογράφοι όμως, υπάρχουν μόνον επειδή είναι πλέον προχωρημένης ηλικίας. Και επειδή δεν υπάρχει τίποτα καινούριο κάτω από τον ήλιο πλέον, δύσκολα θα διακριθεί κάποιος για μια καινούρια τεχνική, ή θεματολογία, που θα είναι φωτογραφία, κι όχι image, δηλαδή ζωγραφιά. Σήμερα δεν μετράνε πλέον ούτε η θεματολογία της φωτογραφίας, ούτε το στυλ, ούτε η τεχνική, ούτε προώθηση, η εμπορικότητα, το πλήθος των φωτογραφιών, οι συμμετοχές σε εκθέσεις. Μετράνε μόνο οι καλές φωτογραφίες και υπάρχει τεράστια ελευθερία για την αποδοχή, ή μη των φωτογραφιών από το κοινό, ένα κοινό που έχει τη δυνατότητα να βλέπει συνεχώς κάθε νέο φωτογράφο στο διαδίκτυο. Όμως οι μεγάλοι φωτογράφοι το μόνο που είχανε κάποτε ήταν μια ανάθεση, μια έκθεση, ένα λεύκωμα και ο πόλεμος του κατεστημένου που δεν ήθελε τη φωτογραφία να είναι καλή τέχνη.
Αργά αλλά σταθερά η φωτογραφία με τη τεράστια εξάπλωση έκανε τη ζωγραφική να αλλάξει τρόπο έκφρασης και θεματολογία. Αν και η ζωγραφική εξακολουθεί να έχει οπαδούς του φώτο-ρεαλισμού, είναι και η φωτογραφία που έχει οπαδούς των ζωγραφικών δυνατοτήτων του μέσου. Ωστόσο η φωτογραφία έγινε η πρώτη προσιτή κοινωνική δημιουργική τέχνη που έθεσε τις βάσεις για κάθε είδους αμφισβήτηση του καθώς πρέπει, της αισθητικής και της συντήρησης της μεγαλοαστικής τάξης.  



Αν και η βιομηχανία πήρε το όνομα imaging για λόγους marketing,  η λέξη αυτή δεν καλύπτει τη ζωγραφική παρά μόνο τη γραφιστική (εφαρμοσμένη ζωγραφική) και τη φωτογραφία που υπηρετεί την αγορά και τις ανάγκες της. Έτσι μας προέκυψε το photoshop και το desktop publishing και ζήσαμε εμείς καλά, και αυτοί πολύ ποιο καλά.
Σήμερα, η ψηφιακή φωτογραφία, η περαιτέρω εξάπλωση της φωτογραφίας, η ευκολία πρόσβασης μέσω διαδικτύου στο έργο όλων των άλλων φωτογράφων, μικρών και μεγάλων, σημαντικών και ασήμαντων, η πληθώρα φωτογραφικών λεσχών και ομάδων, σε σύγκριση με την δική μου εποχή και του μοναδικού διαθέσιμου βιβλίου του Α. Χανά, μου μοιάζει σαν συγκρίνουμε μια Zenit η μια Lubitel με ένα Smartphone, η ένα drone.

Γιάννης Γλυνός

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

στη μνήμη Στέφανου Πάσχου

Για το φίλο μου το Στέφανο



Σήμερα, απόψε, 12 Φεβρουαρίου, πέρασαν κι όλα σαράντα ημέρες που δεν ξύπνησε οριστικά ο φίλος μου.
Είχε η ΕΡΤ3 μια εκπομπή το μεσημέρι με ηπειρώτικα παραδοσιακά, μουσική και πολυφωνικά τραγούδια που τα λάτρευε ο «Γιαννιώτης φωτογράφος» που έφυγε τη 2η ημέρα του 2017. Ούτε αφιέρωμα να σου είχανε Στέφανε! Κι ας μη σε ανάφερε κανείς.
Πολύ γρήγορα σε ξέχασε το σύστημα φίλε, καμιά αναφορά σήμερα, ούτε χτες, ούτε προχθές. Φαίνεται πως τα μνημόσυνα πλέον δεν μπορεί να τα αντέξει η κοινωνία μας, ή απλά, ξεχνά πολύ γρήγορα. Και καλά το έργο σου, το ποιος ήσουν όμως;
Ούτε ένας από τους επισκέπτες του blog δεν έστειλε ένα σχόλιο.
Όμως εγώ δεν σε ξεχνώ.
Δεν ξεχνώ πχ τη πόρτα που έκλεισες με μια θριαμβευτική και τέλεια μετρημένη κίνηση στο σχολείο, ούτε που μου έδειξες πώς να εμφανίζω φιλμ και  να τυπώνω φωτογραφίες, ούτε τις ατέρμονες συζητήσεις που κάναμε για το κινηματογράφο και τη φωτογραφία, την αεροπορία, τις ημέρες στο Άγιο Όρος κλπ.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα.
Εύχομαι να ζήσουν να σε θυμούνται αυτοί που αγάπησες και σε αγάπησαν.
Ένα μόνο σκέφτομαι πως δεν προλάβαμε να βρεθούμε, να σε δω λίγο πριν φύγεις.
Ήμουν ένας φίλος από τα παλιά, πριν τη φωτογραφία τη πουνε "τέχνη", και έτσι θα μείνω, μέχρι να γίνω μια γκρίζα σκιά και εγώ.
Γιάννης Γλυνός

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

η τέχνη της φωτογραφίας



Κουβέντα να γίνεται για τη φωτογραφία.
Το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «φωτογράφος» περιέχει μια θαυμάσια συλλογή απόψεων και ιδεών σχετικά με το ύφος και το στυλ των φωτογράφων. 
Πρόκειται για συλλεκτική έκδοση σε πολύ καλό χαρτί, με απόψεις από πολλούς και καλούς φωτογράφους, θεωρητικούς και ιστορικούς.
Σας προτείνω να μη το χάσετε γιατί δεν θα βρείτε ξανά τόση  πραγματικά αξιόλογη γνώση συγκεντρωμένη σε ένα έντυπο.
Η δική μου άποψη.
Κάθε βράδυ που δεν έχω τι να κάνω, ανατρέχω σε συλλογές με φωτογραφίες δικές μου, ξένων, μεγάλων φωτογράφων, μικρών φωτογράφων, γνωστών και άγνωστων, ιστορικά αρχεία κλπ που έχω σε ψηφιακές συλλογές.
Έχω συγκεντρώσει και πολλές μονογραφίες σε βιβλία και εκδόσεις, γιατί όπως και να το κάνουμε, άλλο πράγμα είναι η εκτύπωση.
Αν και έχω βασικές αντιρρήσεις για τη διάδοση των φωτογραφιών  μέσο της τυπογραφίας (300dpi), εν τούτοις, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποκτηθεί μια καλή και οικονομική επαφή με την εκτύπωση των φωτογραφιών και κάποιες συλλογές.
Βλέπω λοιπόν κάποιες φωτογραφίες και αμέσως θυμάμαι-αναγνωρίζω ποιος τις έχει τραβήξει.
Βλέπω και άλλες που είναι αδύνατο να βρω κάποιο σημείο αναφοράς για να οδηγηθώ στο ποιος τις τράβηξε. Αν όμως τις έχω προσέξει κατά καιρούς και μου έχουν αρέσει, αργά, η γρήγορα τις συνδέω με τους δημιουργούς με μεγάλη ευστοχία ως προς την αναγνώριση.
Οι φωτογραφίες των μεγάλων φωτογράφων, γίνονται ανεξίτηλες αναμνήσεις  χάρη σε πολλαπλές αξίες και χάρες των έργων τους που εξαρτώνται άμεσα και από την εποχή που έγιναν.
Δηλαδή πάντα θα μετράει και ο πρωτοπόρος τεχνίτης, η θεματολογία του, το προσωπικό στυλ, αν έχει, τα έργα και οι ιδέες που είχε, τα διαθέσιμα μέσα, για την εποχή που τα είχε.
Υπάρχουν φωτογράφοι που "εργάστηκαν" για πολλές ιστορικές εποχές και με πλήθος από υλικά,  δοκίμασαν τη διαθέσιμη τεχνολογία, από το ξεκίνημα της φωτογραφικής εποποιίας. Άλλοι πάλι, νεώτεροι, ελάχιστα έχουν ασχοληθεί με το λιθογραφικό, το ασπρόμαυρο, τη καθαρή φωτογραφία σε φιλμ, τα διάφορα ειδικά φιλμ, τις εμφανίσεις, τα χαρτιά, καθώς η ψηφιακή τεχνολογία τα άφησε στο περιθώριο. Το υψηλό κόστος τα έκανε ξεπερασμένα και τη χημική φωτογραφία των αλάτων ένα ακριβό χόμπι.
Ωστόσο, εδώ και καιρό και κυρίως σήμερα, πάνω από όλα, μου είναι παγερά αδιάφορα το στυλ, η τεχνολογία, τα εφέ, η τεχνική, οι θεωρίες, το concept, το ύφος, οι κανόνες, η θεματολογία. Με απασχολεί μόνο το αποτέλεσμα.
Αν αναρωτιέστε τι με ενδιαφέρει όταν βλέπω μια φωτογραφία, θα πρέπει να ξεκαθαρίσω πως είτε τη βλέπω μέσα από το σκόπευτρο, είτε τυπωμένη, είτε στην οθόνη, αυτό που με ενδιαφέρει είναι:
Είναι όμορφη φωτογραφία;
Είναι εντελώς προσωπική υπόθεση τι είναι όμορφο και τι όχι. Αλλά μην ψάχνετε στο βάθος του μυαλού μου για το τι θεωρώ όμορφο γιατί δεν θα βρείτε άκρη καθώς λειτουργεί εντελώς χαοτικά, παρορμητικά και από ένστικτο.
Μου δείχνει η φωτογραφία τι είδε ο φωτογράφος; Είναι μια πολύ καλή αρχή! Τις περισσότερες φορές αυτό μου αρκεί.
Δεν έχει σημασία για εμένα τι θεωρεί όλος ο άλλος κόσμος ως «ωραίο» ή «άσχημο».
Βλέπω πραγματικά κάτι που με ενδιαφέρει; Που με συγκινεί αισθητικά;
Είναι φωτογραφία;
Έχει καταγράψει όμορφο φως; φόρμες;
Υπάρχει και θέμα; Γεωμετρία; Σύνθεση που δεν είναι κραυγαλέα; Περιεχόμενο; Συνδέονται όλα αυτά σε ένα σύνολο που δεν μπορείς να κόψεις ή να αγνοήσεις το ελάχιστο; Έχει καλώς. Πολύ καλώς μάλιστα.
Ή μήπως αυτή η φωτογραφία είναι ακόμη μια μορφή ζωγραφικής με τη βοήθεια του φωτογραφικού μέσου; Οπότε μιλάμε για άλλο είδος και όχι φωτογραφία.
Είναι ανάγκη λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε ορισμένα πράγματα για να έχουν ονόματα με αξία τα έργα μας. Δεν είναι πρέπον ούτε αποδεκτό ο καθένας να μας καθηλώσει με ότι δηλώσει και όλοι να καθόμαστε ως χάνοι με τα στόματα ανοιχτά μπροστά στις μπούρδες με στυλ και ύφος μεγατόνων, και να λέμε:
-«κοίτα τι έχει κάνει ο άνθρωπος»!
-Σιγά μη σκίσετε το καλσόν!
Θα είμαι απόλυτος, είμαι αυτοδίδακτος φωτογράφος, έχω επηρεαστεί λίγο, έως πολύ από όλους  τους φωτογράφους και κινηματογραφιστές και είναι επόμενο να μην έχω αντιγράψει εντελώς κανενός το ύφος και το στυλ ή τη θεματολογία. 
Θα έλεγα ότι έχω πάρει λίγο από όλους, αλλά πάλι αυτό δεν φαίνεται με επάρκεια και διαύγεια στις δικές μου φωτογραφίες.
Εγώ, απλά έπαιρνα μια μηχανή 35 χιλιοστών με ένα φακό σταθερό στην αρχή και μετά ένα μικρό ζουμ και έβγαινα έξω έχοντας αδειάσει από το μυαλό μου τα πάντα.
Καμιά σκέψη, μόνο το κάδρο, μόνο όσα χωρούσε το σκόπευτρο, μόνο φως και σκιές. Ονειρευόμουν ξύπνιος!
Κατά καιρούς:
Επέλεξα κάποια φιλμ με μεγάλη τονική αντίθεση,
κατά καιρούς έφτιαξα δικές μου εμφανίσεις για να έχω ειδικά αποτελέσματα, 
κατά καιρούς φωτογράφιζα μόνο με ευρυγώνιο φακό,
επέλεξα για κάποιο διάστημα μια φτηνή μηχανή μισού καρέ (72 στάσεις σε φιλμ 35 χιλιοστών) και φιλμ 400 ISO τραβηγμένο στα 800. Αποτέλεσμα; Τρομακτικός κόκκος από το 13Χ18!
Έκανα για ένα διάστημα λήψεις μόνο με υπέρ-τηλεφακούς.
Δοκίμασα διάφορες φόρμες-φορμά αλλά το βασικό και αγαπημένο μου ήταν και είναι το 24Χ36. 
Μετά πέρασα στο 6Χ7 και στο 10Χ12,5, και τέλος στο 4/3. 
Το τετράγωνο 6Χ6 το χρησιμοποίησα πολύ λίγο συγκριτικά με το 24Χ36 και το 6Χ7. 
Αυτό είναι μια άρνηση φόρμας σίγουρα, δεν μου πήγε ποτέ, αλλά το έψαξα.
Όλα αυτά είναι φόρμες και στυλ, και  ύφος;Ναι αλλά ποτέ δεν άφησα να με πνίξουν.
Και λοιπόν τι έγινε; Δοκιμές ήταν, και παιχνίδι με το μέσο, και έρευνα για να δω πως θα βγει στη φωτογραφία αυτό που είδα! Τίποτα άλλο.
Τα άλλα, ήρθαν μετά στο σκοτεινό θάλαμο, με επιλογή καρέ και τύπωμα με επιλογή τονικότητας. Σπάνια έκοβα θέμα από τα φιλμ.
Αυτοδίδακτος, μα πάνω από όλα, είναι τα 50 χρόνια ασχολίας με τη φωτογραφία, με τις δικές μου, αλλά και με τις φωτογραφίες άλλων που θα ήθελα, θα ήμουν υπερήφανος να τις έχω κάνει εγώ.
Είμαι τύπος που θυμάται φωτογραφίες. Απολαμβάνω να βλέπω φωτογραφίες. Μου αρέσει πολύ να βλέπω τι έχουν δει και οι άλλοι φωτογράφοι. Αρκεί να είναι φωτογραφίες δίχως δικαιολογίες και φλυαρίες του τύπου:
«ήθελα να ερευνήσω τα όρια του μέσου και τις δυνατότητες του στυλ».
Αντιπαθώ τις δικαιολογίες για τους λόγους που τράβηξα μια φωτογραφία. Δείτε τη και αφήστε τη φαντασία και την αισθητική σας να τα βγάλουν πέρα.
Αν η αναζήτηση του θαύματος του φωτός είναι στυλ και θεματολογία, τότε ναι τα έχω, αλλά δεν δεσμεύομαι ποτέ από αυτά σε σημείο να μη πάρω μια φωτογραφία γιατί είναι κάτι διαφορετικό από αυτό.
Αν η αναζήτηση της ομορφιάς της φύσης είναι στυλ και θεματολογία και ύφος, και περιεχόμενο, τότε ναι, τα έχω, νομίζω.
Αλλά ποτέ δεν θα άφηνα τη λήψη για άλλη φορά ενός θέματος με ερωτηματικά ίσως ως προς την αξία του για αργότερα. Κι ας λένε πως δεν είναι τέχνη η φωτογραφημένη ομορφιά της φύσης. Τουλάχιστον είναι μια θαυμάσια φωτογραφική ανάμνηση και αξίζει να ζει κανείς με όμορφες αναμνήσεις.
Ίσως με τη λογική αυτή η φωτογραφία μου να καταλήγει ως μια καθαρά προσωπική τέχνη, αλλά τι σημασία έχει αν επιτρέπει πολλαπλές θεάσεις; Κι ας μην είναι κατανοητές και αισθητικά αποδεκτές καθολικά από το κοινό. Αρκούν ένας, ή δυο καλοί θεατές!
Γιατί τάχα είναι απόλαυση μόνο το διάβασμα, ή ακρόαση μουσικής, η όπερα, το θέατρο;
Είναι δύσκολη και εξαντλητική υπόθεση η αναζήτηση, το κυνήγι αξιόλογων φωτογραφιών. Σπάνια ο φωτογράφος θα νοιώσει γεμάτος μετά από μερικές ώρες δημιουργικής φωτογράφησης, και αν έχει και λίγη τύχη.
Για να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα μια για πάντα, καμιά φωτογραφία δεν μπορεί να μιλήσει, να αρθρώσει λόγο, να πει κάτι. Μια φωτογραφία μπορεί μόνο να δείξει τι είδε ο φωτογράφος, κάποια στιγμή, στο χώρο και στο χρόνο που του δόθηκε με αντάλλαγμα τη ζωή του.

Κάθε προσπάθεια να γίνει κάποιος γνωστός άμεσα και γρήγορα χάρη στο περιεχόμενο, το ύφος, και στο στυλ αποσκοπεί στην πρόκληση ενδιαφέροντος από τα ΜΜΕ και το κοινό που επισκέπτεται τις εκθέσεις. Αυτό ισχύει κυρίως για τους εικαστικούς. Η φωτογραφία ατυχώς από καιρό έγινε imaging,  αν σας διαφεύγει.
Όταν όμως έχεις εργαστεί πολύ, όλα έρχονται μόνα τους. Και η μετά θάνατο αναγνώριση από τα ΜΜΕ αποσκοπεί κυρίως στην εμπορική υπεραξία των έργων των δημιουργών.

Αν κάποιος λοιπόν θέλει πραγματικά να πει οτιδήποτε, μπορεί να το γράψει, ή να μιλήσει. 
Μπορεί μια φωτογραφία να ισούται με χίλιες λέξεις (φιλολογικό εύρημα είναι), αλλά θα μπορούσα εγώ να γράψω ολήκληρο βιβλίο! 
Το ανάποδο, δεν ισχύει και κάθε λόγος, ακόμη και η λεζάντα, είναι μια οριστική ταφόπλακα στην αξιόλογη φωτογραφία που περιορίζει την αισθητική της προσέγγιση!
Υπάρχει και το PowerPoint για όσους δεν κρατιούνται να πουν κάποια πράγματα. Υπάρχει και το μπλογκ, το φατσαμπούκι και τα άλλα κοινωνικά μέσα...
Το τεύχος αυτό του περιοδικού του φωτογράφου πραγματικά ήταν μια έκπληξη. Οι ελεύθερα διατυπωμένες, ειλικρινείς  απόψεις και σκέψεις των αξιόλογων φωτογράφων αφήνουν όλους εμάς να κρίνουμε και να αφομοιώσουμε μια γνώση που έγινε κτήμα των ανθρώπων που αγαπάνε τη φωτογραφία, και δεν είναι απλή φιλολογία.
Άποψή μου είναι αυτή.

Γιάννης Γλυνός

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

in memoria: Ann Frank



27 Γενάρη 2017

Θλίψη για την ιστορική ημέρα, 
ενός λεπτού σιγή μόνο,

μαυρίλα για την επέτειο,

οργή για το άδικο, φρίκη για το μέγεθος,

αποτροπιασμός για το ολοκαύτωμα,

μνήμες που αναμασάμε φιλολογικά όσοι δεν τις ζήσαμε από πρώτο χέρι.

Έμειναν λίγα γεροντάκια - ζωντανά μνημεία που πέρασαν και γλύτωσαν από τα στρατόπεδα, τα βασανιστήρια και τη τελική λύση, δηλαδή τα κρεματόρια.

Πρώτη φορά έμαθα παιδί ακόμα, για την Άννα Φράνκ! Ήμουν 9-11 ετών όταν παίχτηκε το έργο στο Κεντρικό θέατρο, δεν ήξερα τίποτα άλλο.
Το άκουσα το έργο, αλλά είδα ελάχιστες σκηνές καθώς ήμουν μικρός, κοντός και το θέατρο γεμάτο όρθιους. Δεν έφτανα από την άκρη της αίθουσας να δω καλά, ήμουν πίσω από τη πόρτα εισόδου.
Αργότερα, αγόρασα με το χαρτζιλίκι της γιαγιάς μεταχειρισμένο το «ημερολόγιο» και έμελε να γίνει το αγαπημένο μου βιβλίο.

Από το σχολείο, μου έκανε πολύ κακή εντύπωση, με τρόμαξε ο λόγος του Εβραϊκού όχλου όταν ζήτησε από τον Πιλάτο να κρεμάσει το Μεσσία, και ειδικά όταν ο όχλος δήλωσε:
«Το αίμα του στα κεφάλια μας και στα κεφάλια των παιδιών μας!»
Γιατί; Απλά για να εκπληρωθεί η Γραφή;
Και ποιος είναι αυτός που αναλαμβάνει κάθε τόσο χρέη «θεού» και τιμωρεί τους κακούς;
Κοιτάξτε τα παιδιά στα μάτια και απαντήστε! Μην απαντάτε σε εμένα.

Σήμερα διαβάζω πολλά βιβλία, διάφορων, ακόμη και το «αγών μου» του μακελάρη προσπαθώντας να καταλάβω γιατί κινδύνευε το Γ Ράιχ από τα παιδιά, τα ονειροπόλα κοριτσόπουλα όπως η Άννα και η αδελφή της, που κατέληξαν στη τελική λύση όντας μάλιστα Ολλανδοί πολίτες!
Βιβλία και ταινίες, όπως η λίστα του Σίντλερ, η δίκη της Νυρεμβέργης, το ολοκαύτωμα, το μαγαζάκι της κεντρικής οδού, τα ιστορικά αρχεία όπου καταγράφονται και περιγράφονται οι τόποι κόλασης όπως: Νταχάου, Μπάμπι Γιάρ, Μπέλσεν, Άουσβιτς, το ημερολόγιο της Άννας, οι φωτογραφίες των ζωντανών σκελετών με το κίτρινο άστρο και τις ρίγες.
Προσωπικά, από τη μια βάζω όλη τη παγκόσμια φιλολογία, εκτός των αδιάφορων προϊόντων «δημιουργικής γραφής», και από την άλλη, το ημερολόγιο της Α. Φρανκ (ως αξίες ίσου βάρους). Η καθαρότητα και ο αυθορμητισμός του «βιβλίου» και το νεαρό της κοπέλας με έχει κάνει να το διαβάσω κάμποσες φορές.
Είναι ένα ντοκουμέντο καθαρό σαν το οξύ που καίει τη πέτρα!

Η βία που πέρασε από τη διοίκηση των Ναζί στις ζωές και τις ψυχές των Εβραίων ωστόσο δεν ήταν μοναδικές στην ιστορία της Ευρώπης. Κι άλλοι λαοί πέρασαν από το πάγκο του Προκρούστη! Και οι Έλληνες δοκιμάστηκαν πολύ, και φαντάσου να μη μας θαύμαζε ο Χίτλερ! Τα ξέχασε ο Βόλφγκαγκ;
Και σίγουρα οι Εβραίοι δεν ήταν μόνο οι πλούσιοι τσιγκούνηδες κυνηγοί του χρήματος και της διακριτής διευθαρμένης μεγαλοαστικής τάξης, αλλά λόγο κοινωνικών διακρίσεων, ήταν οι περισσότεροι φτωχοί και περιθωριοποιημένοι.
Σε αυτή τη τραγική κατάσταση έφταιξε σίγουρα και η ξεχωριστή θρησκεία τους που ώθησε τα αυταρχικά καθεστώτα στη βία εναντίον τους.
Ακόμη και η Σοβιετική Ένωση που έφτασε από τους πρώτους στα στρατόπεδα του θανάτου, δεν φέρθηκε στους Εβραίους με τη ανάλογη ανθρωπιά μετά, κατά την ενσωμάτωσή τους στο σύγχρονο σοβιετικό κράτος. Πράγμα που ώφειλε να κάνει μια κοινωνία που πολέμησε τη βια των Ναζι και έχασε απίστευτο αριθμό στρατιωτών στα μέτωπα.
 Η ύπαρξη των Εβραίων από παλαιοτάτων χρόνων απαίτησε από την ανθρωπότητα τη κατανόηση και το δικαίωμα στην ιδιαιτερότητα, την δίκαιη προστασία των ατομικών και μειονεκτικών, της ανεξιθρησκίας.
Ημέρες ιστορικής μνήμης προς αποφυγή, αν θέλουμε να μη ζήσουμε ξανά ανάλογα φαινόμενα.
Δεν ξέρω, μπορεί οι Ναζί να έβλεπαν στον Εβραϊκό παράγοντα ένα τεράστιο εχθρό, μπορεί από όσα έλεγαν επιτελικοί του κόματος, οι Εβραίοι κι οι αριστεροί να έφταιγαν για όλα!
Σίγουρα οι μεγάλοι της εποχής: πολιτικοί, αρκετοί διανοούμενοι, θρησκευτικοί ηγέτες (καθολικοί κυρίως) με ελαφριά καρδιά, η από φόβο, ακολούθησαν τη δύναμη των Ναζί. Σίγουρα δεν έδωσαν βάση στα κείμενα του Χίτλερ, δεν έβλεπαν το αυγό του φιδιού; Το παραδέχονται και στην εισαγωγή στο "αγών μου".
Παραμένει ωστόσο η απορία μου καθώς νομίζω και η απορία όλων των νέων σήμερα:
Πως πραγματικά μπορεί να κινδύνευε το Ράιχ από τη ζωή και το ημερολόγιο ενός κοριτσιού;
Ο θάνατος της «συγγραφέως» και η κατά τύχη ανακάλυψη του ημερολόγιου της Άννας ήταν πραγματικά η ποιο μεγάλη γραπτή προσβολή-διαμαρτυρία προς την άδικη, εγκληματική, αιματοβαμμένη αυτοκρατορία της ιστορίας.
Αδικοχαμένη η Άννα και η αδελφή της, αδικοχαμένη γενιά, παιδιά, νέοι, άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, γεροντάκια.Έφυγαν 6,5 εκατομμύρια Εβραίοι για να σωθεί η καθαρότητα της γερμανικής άριας φυλής.
Αιώνια η μνήμη τους!
Άννα δε σε ξεχνώ.
Το ημερολόγιο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1947.
Η οικογένια Φρανκ ζούσε στην Ολλανδία και το 1942 αναγκαστικά έγινε αόρατη καθώς κατέφυγε σε μια μικρή-αόρατη εξωτερικά σοφίτα. Το 1944 τους βρήκαν οι Ναζί....
Αν οι Εβραίοι ζήτησαν να σταυρωθεί ο Χριστός και σε αντάλλαγμα το αίμα του να πέσει στα κεφάλια τους και στα κεφάλια των παιδιών τους, τότε τα 6,5 εκατομμύρια ψυχές τι θα ζητάνε άραγε;
Ο "τριγμός των οδόντων" τους, νομίζω οτι θα στοιχειώνει το σύγχρονο κόσμο που ανέχτηκε το κύριο Χίτλερ, και ειδικά τους Γερμανούς που τον έκαναν αρχηγό τους για να τους σώσει από τα θύματα της τελικής λύσης.
Βρυκόλακες!


Γιάννης Γλυνός


Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

steps to nothing



2500 χρόνια ιστορίας = αυτή τη στιγμή

-«Αν δεν υπήρχαν οι γυναίκες, οι άνδρες δεν θα έκαναν τα πάντα για το χρήμα».
Ούτε και μπάνιο θα έκαναν εξάλλου!
Λέω εγώ τώρα.
Τάδε έφη Ζαρατούστρα
Και μετά από αυτή την κατά κάποιο τρόπο, ευτράπελη εισαγωγή, θα μπω στο θέμα.
Εγώ έχω κάποια ηλικία τώρα, έχω δει, και έχω μάθει, και ακούσει και διαβάσει πολλά, πάρα πολλά. Σε κάθε αφοριστική, ισοπεδωτική δήλωση, κάνω κάποιες σκέψεις. Έχω κάποιες απορίες του τύπου: Ποιοι άνδρες, ποιες γυναίκες, ποια πάντα;
Aναφέρομαι στη πρώτη ευτράπελη δήλωση.   
Ποτέ δεν ήμουν διαόλου κάλτσα, έχω αυτογνωσία. Σήμερα όμως, «αυτή τη στιγμή» ξέρω πως η ελεύθερη και δημοκρατική διατύπωση απόψεων και επιχειρημάτων μπορεί κάθε στιγμή, να μας επιβάλλει δημοκρατικότατα με όλους τους κανόνες στη βουλή (150+1), ένα νέο Χίτλερ πριν το καταλάβουν μερικοί. Με προβληματίζουν αυτοί που εννοούν να πουν την άποψή τους, να την ακούσουμε υποχρεωτικά όλοι, όρθιοι, έστω κι αν λένε ότι τους συμφέρει, έστω κι αν δίχως πραγματική γνώση, θέλουν να ροκανίσουν το χρόνο και να πετάξουν τη μπάλα στην εξέδρα και το πρόβλημα στους επόμενους. Έστω και αν μονοπωλούν το λόγο και δεν αφήνουν τόπο να σταθεί κανείς άλλος, να πει κάτι διαφορετικό. Κι ας κόπτονται για αυτό το δικαίωμα, αλλά δεν σέβονται το χρόνο μας.
Ένα παράδειγμα. Δεν είμαι οπαδός κανενός, ειδικά του Βαρουφάκη, ή του Χίτλερ, κάποιου άλλου, ή κάποιου κόμματος. Αλλά, όταν έχω διαβάσει κάποια πράγματα από διάφορες πηγές για το πώς κάποιος έφτασε να ασχοληθεί με ένα θέμα, και έρχεται ο ξερόλας, και προσπαθεί με απόλυτο τρόπο να μου πει ότι ο τάδε φταίει, και ότι ο δείνα μας κατάστρεψε, ή πως οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν, ε άνθρωπος είμαι και εγώ…
Έτσι λοιπόν, εγώ, εγωιστικά, θα πω αυτά που έχω να πω, και σε όποιον αρέσουν.
Αν δεν συμφωνούν, υπάρχουν και αλλού πορτοκαλιές.
Με λίγα λόγια, δικό μου είναι το κείμενο, ότι θέλω λέω. Δεν κάνω διάλογο με ένα άγνωστο, πιθανό αναγνώστη, κάνω μονόλογο. Αν και αιθεροβάμων (καθώς με περιγράφει φίλος μου), ελπίζω να μη χαθώ μέσα στο σύννεφο της αλήθειας και της ενημέρωσης που με περιβάλλει. Και δεν γνωρίζω αν είμαστε στο ίδιο σύννεφο, γείτονας με εσάς, κι αν θα μου δοθεί άλλη ευκαιρία να το ξανακάνω βρε αδελφέ.
Μεγάλωσα, είπαμε, δεν θα αλλάξω εγώ τον κόσμο, δεν θα τον σώσω.
Ούτε ολόκληρος Χριστός δεν τα κατάφερε στο τέλος. Και τον σταύρωσαν, και το γιορτάζουν κάθε χρόνο, και πάλι τα ίδια κάνουν οι άνθρωποι, και πάλι θα τον σταύρωναν!
Ας είναι, εγώ θα καταγράψω ότι κατάλαβα συγκρίνοντας, μετρώντας, παρατηρώντας.

Από το 2001, καταγράφω και κατανοώ θαρρώ τα γεγονότα με ποιο σωστό τρόπο, και σε βάθος. Νομίζω.
Εμένα πάντα μου άρεσε η ιστορία, γενικώς.
Μεγάλες εκστρατείες, καταστροφές, πολιτισμοί, κατακτήσεις, άτομα με ιδιαίτερες δυνατότητες διοικητικές καλλιτεχνικές, επιστημονικές και άλλες όπως: Χριστός, Βούδας, Μωάμεθ, Κομφούκιος, Αριστείδης, Αλέξανδρος, Θεμιστοκλής, Κυναίγειρος, Αθαν. Διάκος, Καίσαρας, Ναπολέων, Κοραής, Μαντώ, Χίτλερ (γιατί όχι; διαβάστε την εισαγωγή), Πωλ Κλέε, Υπατία, Γκωγκέν, Μαρξ, Βαν Κόνγκ, Λίντμπεργκ, Θουκυδίδης, Όμηρος, Καποδίστριας, Μπακούνιν, Πικάσο, Καραϊσκάκης, Ουγκώ, Μπετόβεν, Γαλιλαίος, Κρόμγουελ, Αρχιμήδης, Ιπποκράτης, Σωκράτης, Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοτέλης, Αντενάουερ, Λένιν, Τρότσκι, Τσε, Λένον, Λίνκολν, Μαντέλα, Σκωτ, Μαγγελάνος, Βελισάριος, Αννίβας, Έκτορας, Αχιλλέας, Αϊνστάιν, Φελίνι, Κουροσάβα, Μπέργκμαν, Γκάντι, (ειδικά αυτός δίδαξε!), και τόσοι άλλοι άνθρωποι της δράσης και του πνεύματος. Τεράστιος είναι και μακρύς ο κατάλογος όσων έχουν αφήσει γραπτά, πράξεις, έργα καλά, ή κακά (ολοκαύτωμα, γενοκτονίες, πόλεμοι κλπ), που άλλαξαν και αλλάζουν τον τρόπο σκέψης και ζωής σε αυτό το πλανήτη.
Σε αυτή τη γη που τη πατούμε, όλοι μέσα θέλουμε να μπούμε.
Αλλά ιδού, πριν θέλουμε να φάμε το κόσμον όλο. Οι σημαντικοί άνθρωποι, καλοί και κακοί, έχουν αφήσει τα ίχνη τους και τα έργα τους, τα έχει καταγράψει η ιστορία. Η ιστορική καταγραφή έχει γίνει όσο ποιο αντικειμενικά γίνεται, σχεδόν πάντα, αλλά όχι πάντα. Βλέπετε, και οι ιστορικοί είναι άνθρωποι με αδυναμίες, ιδεολογίες, σκοπιμότητες, ωστόσο υπάρχουν πάντα και οι διασταυρώσεις, ευτυχώς.
Όλα λοιπόν όσα από το 2001 και μετά έχω καταγράψει ψηφιακά (τα έχει και ο μεγάλος ρουφιάνος= internet), μετράνε στο σχηματισμό άποψης και αποτελούν δική μου γνώση. Η δική μου ιστορική βάση δεδομένων αρχίζει με βιβλία πολλά χρόνια πριν, από τα αρχαία ελληνικά πράγματα, φτάνει ψηφιακά, μέχρι τη καθημερινή επικαιρότητα.
Είναι μια σκάλα η γνώση, για να πατήσεις στο σκαλί της χρονιάς 2015 πχ, πρέπει να έχεις πατήσει και σε όλα τα προηγούμενα, διαφορετικά θα πέσεις και δεν ξέρεις που θα καταλήξεις.
Με στόχο λοιπόν την έκφραση «αυτή τη στιγμή», που ακούμε να αναμασάνε στα παράθυρα συνεχώς, το μόνο που κάνει ο ομιλητής, είναι να διαγράφει τα πάντα πριν και να προσπαθεί να μας πει πως μόνο αυτό που θα μας περιγράψει τώρα, όπως θα το κάνει, ισχύει!
Πλάνη μεγάλη σαφώς μας αναμένει. Κουμπωθείτε!
Σίγουρα, δεν μπορεί κανείς κάθε φορά να ανατρέχει τόσα χρόνια ιστορίας πριν από «αυτή τη στιγμή», αλλά και δεν μπορεί να μας κάνει να την ξεχνάμε. Ναι μεν αυτή τη στιγμή θέλει να αναλύσει το πρόβλημα που δεν προέκυψε αυτόνομα και αυτόματα, γιατί τίποτα δεν είναι αυτόνομο. Όλα τα γεγονότα έχουν σχέσεις  μεταξύ τους και όλα διαγράφουν καμπύλες.
Σχετικά είναι όλα.
Είναι θέμα χαοτικής τάξης και σχέσεων του σύμπαντος.
Όλα μας τα βάσανα αρχίζουν από τη στιγμή που η Εύα δάγκωσε το μήλο, και μετά το έδωσε στον Αδάμ. Και αυτό το ζωντόβολο το έφαγε, και πάει ο Παράδεισος.
Αυτή πραγματικά ήταν η πλέον σημαντική στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας, αν όλα έγιναν έτσι και δεν είναι μια προσωπική ερμηνεία του τότε συγγραφέα.
Προσέξτε και μια μικρή λεπτομέρεια. Ιστορικά, πάντα ο άνθρωπος θέλει να φορτώνει τις ευθύνες των πράξεών του σε κάποιον άλλο άνθρωπο, θεό, δαίμωνα, φίδι, γυναίκα, ή διάβολο. Δεν αντέχει ούτε τη σκέψη πως τα έκανε πάλι μπάχαλο μόνος του!
Ωστόσο, κανείς «αυτή τη στιγμή», δεν μπορεί να πει που θα καταλήξει το υπό έρευνα φαινόμενο. Δεν γνωρίζει, αν θα τερματίσει ψηλά, χαμηλά, ή θα σταθεροποιηθεί σε ένα ύψος. Η κάθε καμπύλη της εξέλιξης έχει τη δική της διαδρομή, αν και μπορεί να μοιάζει δραματικά με κάποια άλλη, δεν θα είναι ακριβώς ίδια. Αλλά, και να ήταν, πάλι τα ίδια λάθη θα κάναμε.
Φυσικά και δεν φταίνε για αυτό το οικονομικό χάλι μόνο οι γυναίκες, ή μόνο οι άνδρες. Τα κραχ επαναλαμβάνονται, όπως και η ιστορία.
Υπάρχει μια ερώτηση που ίσως φωτίσει κάπως τη σκέψη μας για οικονομικά χάλια.
Ποιοι είναι ποιο καλοί και καταναλωτές; Οι άνδρες, ή οι γυναίκες; Ποιοι ξοδεύουν περισσότερα; Σε ποια προϊόντα; Με τι χρήματα;
Αδιάφορο ωστόσο αν σε άντρα ή γυναίκα, δίνει η τράπεζα απεριόριστα δανεικά, και κάποιος τα παίρνει, και μετά δεν μπορεί να πληρώσει, και η τράπεζα τα φορτώνει σε όλους εσάς και εμάς που ποτέ δεν ήσασταν-ήμασταν σπάταλοι. Και ποιος φταίει; Μόνο εγώ; Μόνον εμείς; Μόνο εσείς; οι άλλοι; Μήπως μόνο οι τράπεζες; Ή μήπως μόνον οι άντρες ή μόνο οι γυναίκες;
Αυτή τη πρόταση στην αρχή τη βρήκα σε ένα μπλογκ σχετικά με το καπιταλισμό και μου έκανε ένα κλικ, ήταν κάτι για να αρχίσω, μη το λάβετε τοις μετρητοίς, γιατί δεν είναι, δεν το πιστεύω.
Όταν λοιπόν εγώ λέω, ή ακούω: «Αυτή τη στιγμή», κάνω μια ταχύτατη νοητή αναδρομή στη παγκόσμια ιστορία που γνωρίζω και μετά έρχομαι στο παρόν και προσπαθώ να καταλάβω τι έφταιξε και τι φταίει για αυτό που συμβαίνει «αυτή τη στιγμή».
Για αυτό που μας εξηγούν αυτή τη στιγμή, μπορεί να φταίει ας πούμε, η καταστροφή του εκστρατευτικού Αγγλικού σώματος στο Κουτ, στη Μεσοποταμία του 1916! Αν δεν φταίει απόλυτα, υπάρχουν πολλά αίτια που οδήγησαν στη καταστροφή, που απλά επαναλαμβάνονται καθώς η ιστορία κάνει κύκλους, έτσι απλά. Για παράδειγμα: εκστρατεία Ναπολέοντα στη Ρωσία, Χίτλερ το ίδιο, η δική μας Μικρασιατική καταστροφή το 22 κλπ. Μόνο που κανείς δεν θέλει να αποδεχτεί πως αυτή τη φορά, «αυτή τη στιγμή», δεν θα γίνουν τα ίδια λάθη. Εμένα μου λες;
Άλλο παράδειγμα. Αν καταρρέει το ποιο «ασφαλές» χρηματιστήριο του κόσμου μας, μπορεί πραγματικά να φταίει μια πεταλούδα που δεν βγήκε από το κουκούλι της, ή που βγήκε πριν την ώρα της! Υπερβολή; Ίσως.
Σίγουρα όμως ποιο άμεσα φταίει η απληστία, ο τυφλός και στείρος ανταγωνισμός, η κλιματική αλλαγή, οι γυναίκες, αλλά και οι άντρες, και όλοι που κατασπαταλούν τους φυσικούς πόρους της γης μόνο για προσωπική απόλαυση και φτηνό εντυπωσιασμό των ανταγωνιστών τους. Άντρες και γυναίκες, βλέπε πλούσιοι και ισχυροί κάτοικοι του πλανήτη μας, όλοι όσοι καταναλώνουν υπέρμετρα φταίνε. Αλλά φταίνε το ίδιο και περισσότερο όλοι όσοι βάζουν τεράστια ποσά στο τόκο και αντί να αναδιανέμουν τα κέρδη στους φτωχούς τα κρύβουν στερώντας το χρήμα από αυτούς που το έχουν ανάγκη (ανάγκη για κοινωνικό κράτος, όχι σπάταλο κι όχι άδικο).
Αυτά δεν τα λέω μόνο εγώ, εδώ είναι η πλάκα, και για αυτό ανησυχώ περισσότερο καθώς μάλλον, έχω δίκιο! Εγώ απλά ξύπνησα ποιο αργά από κάποιους άλλους.
Ολοένα περισσότεροι σκεπτόμενοι Έλληνες καταλαβαίνουν περισσότερα από όσα λέει σήμερα, «αυτή τη στιγμή» ας πούμε ο κύριος που μας κουνάει το χέρι και το δάχτυλο. Ο κύριος, που την επόμενη «αυτή τη στιγμή» ανατρέπει και ερμηνεύει όσα είπε όπως τον βολεύει, για να τα θέσει και πάλι με άλλο τρόπο την επόμενη «αυτή τη στιγμή». Για την ιστορία, ο κύριος αυτός, έμαθα πως έχει λαμπρή ιστορική επιτυχία στην εκποίηση του πλούτου της μισής του σημερινής πατρίδας! Από την ανάποδη.
 Κι όμως, πολλά ΜΜΕ ερμηνεύουν θετικά τις δράσεις του και μας εξηγούν τις θέσεις του «αμερόληπτα» όπως πάντα, αλλά πάντα σε σχέση με «αυτή τη στιγμή».
Η όλη διαδικασία θυμίζει φωτογράφιση σε ρυθμό ριπής ενός καρέ / δευτερόλεπτο, ή ημέρα.
Στο ένα καρέ, το ΔΝΤ θα φύγει, στο άλλο θα μείνει μόνον αν..
Στο επόμενο καρέ, είτε φύγει, είτε μείνει, δεν αλλάζει τίποτα!
Στο επόμενο καρέ το ΔΝΤ θα φύγει αν το χρέος δεν….
Στο επόμενο το χρέος δεν…
Έ, άμα δεν το χρέος, τότε δεν το ΔΝΤ
Και ο συμπαθέστατος κύριος, κουνώντας το δάχτυλο, αν φύγει το ΔΝΤ, τότε πάμε από την αρχή, και δεν ξέρω τη θα συμβεί!
Στο επόμενο καρέ, μα, όχι δεν καταλάβατε, εμείς θα μείνουμε! Κορόιδα είμαστε!
Στο επόμενο καρέ: Ναι αλλά εμείς κάνουμε και χωρίς εσάς, το είχε πει και ο Γιάννης αλλά εσείς γελάγατε ειρωνικά!
Στο επόμενο καρέ: Πάμε από την αρχή. Τι λέγαμε;
Στο επόμενο καρέ. Κουβέντα να γίνεται να περνάει η ώρα «αυτή τη στιγμή».
Και φυσικά εδώ ισχύει το:
-«όπου λαλούν πολλά κοκόρια αργεί να ξημερώσει».
Μας λέει πχ κάποιος πως «αυτή τη στιγμή» πρέπει όλοι να πάνε και να κάτσουν στο τραπέζι και να συζητήσουν, να διαπραγματευτούν! Σωστά;
Με τι όρους, ποιο θέμα, για ποιο σκοπό, πότε προέκυψε και πως το θέμα αυτό;
Άντε και ο διάλογος ήταν εποικοδομητικός, άντε και μάθαμε όλοι τι έχει συμβεί πριν και σε βάθος χρόνου, και τι θα συμβεί από «αυτή τη στιγμή» και μετά. Τι θα αλλάξει;
-« αυτός που κρατεί μαχαίρι, τρώει καρπούζι» λέει ο λαός.
Ο καταχρεωμένος Έλληνας δεν έχει τίποτα να ελπίζει όταν του κουνάει το χέρι ο κάθε δανειστής που θέλει τα λεφτά του.
Το ίδιο όμως θα έκανε κι ο κάθε Έλληνας (ή ομάδα Ελλήνων) αν είχε δανείσει άλλους. Η παγκόσμια ιστορία αυτό διδάσκει.
Όποιος επικαλείται «αυτή τη στιγμή», ένα πράγμα επιδιώκει, «αυτή τη στιγμή» να βάλει τους δικούς του όρους, να επιβάλλει τη δική του άποψη, τη δική του λογική, το δικό του «δίκιο» του ισχυρότερου φυσικά, ή προσέξτε το ολίσθημα της λογικής, της δημοκρατικής του πλειοψηφίας! Λες και η δημοκρατική πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο! Παραδείγματα; Καλά τώρα! Παιδάκια είμαστε; Ή μήπως γερόντια με Αλτσχάιμερ;
Χριστός, Σωκράτης, Γαλιλαίος, Μικρασιατική καταστροφή, μνημόνια, ολοκαύτωμα, δίκαιοι φόροι! κλπ.
Και μην πει κανείς πως «αυτή τη στιγμή» δεν είναι αυτό το θέμα μας, γιατί θα ρωτήσω:
Μήπως ξεχάσατε τι είπα στην αρχή;
Αυτό που ίσως δεν ξεκαθάρισα ως θέμα, και έχετε δίκιο, είναι πως «αυτή τη στιγμή» με καταλαμβάνει τρόμος μπροστά στην ισχύ της δημοκρατικής πλειοψηφίας που με 150+1 εννοεί να προστατεύει την ιδιοκτησία, το πλούτο, την ελευθερία του λόγου, της έκφρασης, της ιδιαιτερότητας, της μειοψηφίας, και τόσες άλλες μεγάλες ιδέες και δόγματα που μας έφεραν στα μνημόνια χωρίς να ματώσει ρουθούνι τάχα, σε  «αυτή τη στιγμή», τη δίχως παρελθόν και μέλλον.
Οι αυτόχειρες δεν μετράνε! Ούτε και οι άνεργοι.
Το γιατί γίνονται όλα αυτά αυτή τη χρονική συγκυρία, «αυτή η στιγμή», υποθέτω πως γίνονται είτε γιατί:
Α) οι πλούσιοι, οι έχοντες, κατέχοντες ισχύ και χρήμα βλέπουν το τέλος του πλανήτη να έρχεται και προσπαθούν να σώσουν ότι είναι δικό τους αρχικά, και μετά να παρατείνουν την ύπαρξη ζωής απλά λιγότερων αλλά ποιο φτηνών και υπάκουων σκλάβων
Β) είτε γιατί όπως όλοι οι μεγάλοι πόλεμοι έγιναν για οικονομικούς λόγους άντε και θρησκευτικούς, έτσι και τώρα βλέπουν το νερό, τον αέρα, τα καύσιμα και τα τρόφιμα να αποκτούν αξίες πραγματικά ανεκτίμητες, σαφώς μεγαλύτερες από τις φτωχές μας ζωές και μας ετοιμάζουν και πάλι για την καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.
Γ) ειδικά για την Ελλάδα, και μην αναρωτιέστε, όλα γίνονται για τα πετρέλαια και το ποιος θα τα εκμεταλλευτεί. Όλα τα άλλα: μνημόνια, αριστερά, δεξιά, ίσια, κέντρο, παράκεντρα, δημοψηφίσματα, πρόσφυγες, εκλογές, δημοκρατία, φόροι, και κλπ, αν δεν στοχεύουν απλά και τίμια στο περιορισμό της κατανάλωσης για να, σωθεί ο πλανήτης, είναι μπούρδες.
 Όσο για τις γυναίκες: στην αρχαία Ελλάδα, είχαμε 26 γυναίκες φιλόσοφους! Η ποιο γνωστή, ίσως ήταν η Υπατία που δολοφονήθηκε-κατακρεουργήθηκε συγκεκριμένα από φανατικούς χριστιανούς. Και οι Σπαρτιάτισσες, πέρναγαν Σπαρτιάτικα, αλλά το έλεγε η καρδιά τους, και 35.000 Αγγλίδες εργάτριες έπαθαν από τη παραγωγή εκρηκτικών ΤΝΤ για τις ανάγκες του 2ου παγκόσμιου πόλεμου, και δεν μπόρεσαν ποτέ να τεκνοποιήσουν, και ο Λένον τραγούδησε ότι η γυναίκα είναι ο νέγρος του κόσμου! Αυτά και άλλα πολλά έμαθα μελετώντας την ιστορία.
Για κάποιους, υπάρχει μόνο ένα παρόν που διαρκεί μόνο όσο χρειάζεται για να έρθουν τα επάνω κάτω, δηλαδή υπάρχει μόνο «αυτή η στιγμή». Υπάρχει μόνο ότι βλέπουμε στο σκόπευτρο, ή στην οθόνη. Όλα τα άλλα, είναι σκιές, σαν αρνητικά φωτογραφιών που τραβήχτηκαν, ποτέ δεν εμφανιστήκαν, ή δεν τυπώθηκαν.
Πραγματικά όμως, για την ιστορία μας, τα 2500 χρόνια γραφής, είναι μια στιγμή, αλλά δεν είναι «αυτή η στιγμή», ευτυχώς.


Γιάννης Γλυνός