Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Άρωμα φωτογραφίας


-Άντε τώρα που έχει άρωμα η "φωτογραφία".
-Κι όμως, υπάρχει άρωμα ακόμη, σας διαβεβαιώ.


All photos by John Glynos: you may copy only for personal use

Λένε, πως η δυστυχία του ανθρώπου αρχίζει από την αδυναμία του να μείνει μόνος ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους.
Όμως ακούγοντας μουσική και βλέποντας φωτογραφίες, δεν νομίζω πως πραγματικά μένει κάποιος μόνος του, τουλάχιστον όχι για όσο καιρό βλέπει και ακούει.
Από εκεί και πέρα ο καθένας ανακαλύπτει τα δικά του όρια.
Μια φορά, κάποτε, στις σύντομες αλλά ανανεωτικές διακοπές των εορτών, λόγο βροχής επέλεξα τρεις παλιούς φίλους: την απομόνωση, την όραση και την ακοή, ταξίδεψα πίσω με δίσκους βινυλίου, της εποχής ανάμεσα 70 και 90.
Γύρισα πολλά πίσω πολλά χρόνια με τις φωτογραφίες που έχω φυλαγμένες σε λευκώματα αλλά και σε ψηφιακή μορφή.
Έλεγξα πολλά ασπρόμαυρα αρνητικά και σάρωσα κάποια από αυτά.
Είδα πολλά μέρη που είχα φωτογραφήσει και θυμήθηκα ακόμη περισσότερα.
Κάποια στιγμή, ένοιωσα κάτι να μου λείπει βλέποντας τις ψηφιακές φωτογραφίες στον υπολογιστή.
Πήρα στο χέρι μερικά εμφανισμένα φιλμ.
Τα κοίταξα προσεκτικά σαν να βλέπω φιλμ για πρώτη φορά στη ζωή μου, σύγκρινα τα εμφανισμένα φιλμ με τις κάρτες μνήμης, μάντεψα από τα αρνητικά μερικές φωτογραφίες αλλά οι ψηφιακές δεν χρειαζόντουσαν να μαντέψεις, ήταν εκεί μπροστά στην οθόνη σαν ορθάνοικτες επιστολές.
Σκέφθηκα πως, καλύτερα όλα αυτά τα χρόνια της ασπρόμαυρης φωτογραφίας να ήταν ψηφιακά με τις σημερινές αναλύσεις, αλλά πραγματικά ένοιωσα βαριά μελαγχολία.
Κάτι έλλειπε από τις ψηφιακές φωτογραφίες.
 Έψαξα σε ένα υπολογιστικό σύστημα που έχω φυλάξει όλες τις ψηφιακές μου φωτογραφίες από το 1995 και εδώ.
Μετά από μερικές εκατοντάδες φωτογραφίες γύρισα και πάλι στα φιλμ και τις πρόσφατα ψηφιοποιημένες φωτογραφίες.
Κάτι πλανιότανε στον αέρα γύρω από τα φιλμ αλλά τι;


Τι ήταν αυτό που ξέχασα;

Τι έλειπε από την ψηφιακή φωτογραφία; Αν πραγματικά έλειπε.
Σηκώθηκα από τον υπολογιστή και έκανα μια βόλτα μέχρι το σκοτεινό, σκονισμένο πλέον θάλαμο που περνούσα ατέλειωτες ώρες, τότε που άντεχαν τα πόδια μου και η μέση μου μέχρι το πρωί. Τώρα;
Το τρανζιστοράκι που παλιά τσίριζε ασταμάτητα, τώρα λούφαζε σκονισμένο και αυτό στην άκρη δίπλα στον αυτόματο χρονοδιακόπτη, δίπλα στο μαρζέρ εκτύπωσης, μαζί  με μερικά χαρτιά σε ένα κουτί ξεχασμένο από το 1990, ίσως και παλιότερα.

Έσβησα το κεντρικό φως, πιότερο από συνήθεια, και άναψα το φως ασφάλειας.
Άνοιξα το παλιό κουτί, έσκυψα να δω πόσα φύλλα είχαν απομείνει, και άθελά μου μύρισα.
Μύρισα τη χαρακτηριστική μυρουδιά του φωτογραφικού χαρτιού όταν ανοίγεις τη συσκευασία.
Πήρα στα χέρια ένα φύλλο φωτογραφικό χαρτί και το μύρισα εισπνέοντας βαθιά, σαν τον καπνιστή που του στέρησαν τον καπνό.

Βρήκα στο ψυγείο ένα μικρό, κίτρινο κουτί φιλμ, έγραφε Panatomic X, ληγμένο από το 1997.
Άναψα το βαθύ –πράσινο φως ασφάλειας, άνοιξα του κουτί και το μύρισα.
Η χαρακτηριστική μυρουδιά της εμουλσιόν και του σελιλόϊντ με πήγε στα βουνά και στα νησιά, στο Άγιο Όρος και στα Μετέωρα, στο Μυστρά και στα χρόνια που υπηρέτησα στην αεροπορία ως φωτογράφος, στις Πρέσπες και στο Βίκο, στα λιγοστά ταξίδια στο εξωτερικό.
Παντού όπου φωτογράφισα ασπρόμαυρα, ταξίδεψα μέσα σε δευτερόλεπτα.
Μιλάμε για χιλιάδες φιλμ.


Τι ήταν αυτό το θαύμα λοιπόν;
Τι έλλειπε από τις ψηφιακές φωτογραφίες που έδωσε στο νου τέτοια φόρα;
Πήρα στα χέρια μου μερικούς κρυστάλλους υποσουλφίτ, βρήκα ένα κασόνι με χημικά που έφτιαχνα τις δικές «μαγικές συνταγές» για τις εμφανίσεις για πράσινους και μπλε σκούρους τόνους, αφού δεν μου άρεσε η πεπατημένη και τα έτοιμα αποτελέσματα. Μετόλ, υδροκινόν, σουλφίτ, καρμπονάτ, βόραξ.
Όλα είχαν την δική τους ιδιαίτερη μυρουδιά, μια φωτογραφική κουζίνα κρυμμένη στο σκοτεινό θάλαμο.
Θυμήθηκα, πως τα «παλιά εκείνα χρόνια», οι φωτογραφικές μηχανές πουλιόντουσαν τυλιγμένες σε λαδόχαρτο ποτισμένο με ειδικό λάδι συντήρησης.
Είχε και αυτό το δικό του άρωμα, το άρωμα του καινούριου που αργούσε να χαθεί από την φωτογραφική μηχανή. Θυμάμαι, είχα πάει στην Θεσσαλονίκη το 1975 και δεν είχα πάρει δική μου φωτογραφική μηχανή.
Βρήκα απρόσμενα σε ένα από τα πρώτα και παλιότερα ειδικά φωτογραφικά καταστήματα της πόλης, ξεχασμένες σε ένα σκεπασμένο κιβώτιο αρκετές παλιές φωτογραφικές μηχανές, όλες με φυσούνα σε άριστη κατάσταση.
Ήταν άθικτες, μέσα σε τέτοια συσκευασία κι αγόρασα μόνο μία για φιλμ 6Χ9 νο 120 που την έχω ακόμη.
Θυμήθηκα πως είχα πληρώσει μόνο 500 δραχμές τότε και ο μισθός μου ήταν 4.800 τον μήνα.


Είχα αγοράσει και 10 φιλμ Perutz Νο 120.
Θυμάμαι τον ψιλό και ευγενικό κύριο  Κούνιο, θυμάμαι και τον τρόπο που προστάτεψε με άπειρη αγάπη το εμπόρευμά του.
Το εμπόρευμα αυτό ήταν ήδη ξεπερασμένο τότε και δεν το ήθελε κανείς, αυτός όμως το φρόντιζε και καμάρωνε, γιατί ήταν σωστός. Καταλάβαινε τι σημαίνει φωτογραφία και φωτογραφική μηχανή.
Μπήκα στην αποθήκη, βρήκα τη μηχανή αυτή και διαπίστωσα με συγκίνηση πως ακόμη μύριζε χαρακτηριστικά και φυσικά λειτουργούσε.
Γύρισα στο σκοτεινό θάλαμο και βρήκα μια ξεχασμένη μπομπίνα φιλμ των 30 μέτρων, έσβησα πάλι τα φώτα, έκλεισα την πόρτα, έμεινα δυο λεπτά στο σκοτάδι και στην συνέχεια μόνο με την μυρουδιά βρήκα το κάθε πράγμα εκεί που βρισκότανε, και την μπομπίνα φυσικά.
 Έβλεπα χωρίς φως!
Μόνο με τη μυρουδιά και με την αφή ήξερα που είναι τα πάντα.
Θυμήθηκα πως φόρτωνα στο σκοτάδι με φιλμ τις δικές μου κασέτες, πως «μέθαγα» στο άνοιγμα κάθε καινούριας μπομπίνας.
Άρωμα σελιλόϊντ κυρίες και κύριοι, φως και χημεία.
Όλα είχαν το άρωμά τους.
Ακόμη και η σκόνη.
Αυτή έχει ακόμη την μυρουδιά της.


Στη σκέψη της σκόνης το νοητό ταξίδι σταμάτησε, άναψα τα φώτα.
Η σκόνη μας βασανίζει απρόσμενα και στη ψηφιακή εποχή, ίσως και χειρότερα από πριν.
Θυμήθηκα όλες εκείνες τις εκτυπώσεις που έπρεπε παλιά να ρετουσάρω με τις ώρες, τη σκόνη που είχε κάτσει στα αρνητικά.
Θυμήθηκα όλη αυτή την εργασία που έβαλα στο κεφάλι μου σκανάρωντας τα ασπρόμαυρα φιλμ αφού έπρεπε τώρα να εξαφανίσω τα σημάδια με ψηφιακή επεξεργασία.
Όμως έχασα και ένα καινούριο αισθητήρα από τη σκόνη!
Θυμήθηκα τις επεξεργασμένες φωτογραφίες απλωμένες στο δάπεδο επάνω στο χαρτί για να στεγνώσουν, ή να ισιώσουν μετά το γυάλισμα.
Άλλο άρωμα και αυτό!

Θυμήθηκα τα χημικά και την ζυγαριά ακριβείας, τα χαρτιά και τα φιλμ, τις εμφανίσεις, τις λεκάνες και τις εκτυπώσεις, τα σύγκρινα όλα αυτά με τις ευκολίες της σημερινής ψηφιακής τεχνολογίας.
Είμαι πανευτυχής και τυχερός που τα γνώρισα και τα δυο και έχω στην διάθεσή μου την επιλογή ακόμη, κι ας έχω ήδη περάσει στην ψηφιακή φωτογραφία εδώ και μερικά χρόνια, σκέφθηκα..
Σημασία τελικά έχει πως υπάρχει η δυνατότητα επιλογής. 
Η σημερινή ψηφιακή φωτογραφία προσφέρει τεράστιες ευκολίες, επιτρέπει στον καθένα να φωτογραφίζει ασπρόμαυρα, ή έγχρωμα χωρίς σκουπίδια και ατέλειωτες ώρες ρετούς, όμως δεν υπάρχει πλέον το χαρακτηριστικό «άρωμα φωτογραφίας».
Δεν ξέρω αν τελικά είναι καλό, ή κακό, όμως εμένα μου αρέσουν οι μυρουδιές, μου αρέσει και το βυνίλιο κι ας ακούγονται τα σκασίματα της σκόνης γιατί πολύ απλά, μεγάλωσα με αυτά.
Μου λείπει τρομερά ώρες-ώρες το φιλμ και το φωτογραφικό χαρτί και δεν θέλω να σκέφτομαι πως όλα αυτά θα γίνουν όνειρο που η επόμενη γενιά δεν θα μπορέσει ποτέ να ονειρευτεί.

Γιάννης Γλυνός



Δεν υπάρχουν σχόλια: